.
.
Επαναπροσδιορισμός

Νε ολαΐμ¹

Νε ολαΐμ¹
fullscreen
Νε ολαΐμ, νε ολαΐμ
με τ’ αούτο το χάλι μ’;
Ντ’ έθελ’να κι εγυναίκ’σα;
έδεσα το κιφάλι μ’
Νε ολαΐμ, νε ολαΐμ;

Και απάν’ καικά σ’ όλια
έχασα τ’ εχτιπάρι μ’
Νέ οπίσ’ και νέ έμπρου,
τσάκωμαν το κιφάλι μ’
Νε ολαΐμ, νε ολαΐμ;

Αΐκος -βάι εμέναν!-
και σο κλαδίν κοχράκα
Από Θεού το θάμαν
να ευρήκω την άκραν
Νε ολαΐμ, νε ολαΐμ;
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αΐκοςτέτοιος
άκρανάκρη, αρχή
αούτοαυτό/ή
απάν’πάνω
εγυναίκ’σα(για άντρα) παντρεύτηκα
έθελ’να(ερωτημ. τονισμός) ήθελα
έμπρουεμπρός, μπροστά
ευρήκωβρίσκω
εχτιπάριαξιοπρέπεια, κύρος, αξιοπιστία itibar/iʿtibār
θάμανθαύμα
καικάπρος τα κάτω, εκεί ακριβώς, κοντά
κιφάλικεφάλι
κοχράκα(θηλ.) κοράκι, μτφ. σε κατάρα η μαυροφορεμένη, η χήρα
νέούτε ne
όλιαόλα
οπίσ’πίσω
τσάκωμανσπάσιμο
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αΐκοςτέτοιος
άκρανάκρη, αρχή
αούτοαυτό/ή
απάν’πάνω
εγυναίκ’σα(για άντρα) παντρεύτηκα
έθελ’να(ερωτημ. τονισμός) ήθελα
έμπρουεμπρός, μπροστά
ευρήκωβρίσκω
εχτιπάριαξιοπρέπεια, κύρος, αξιοπιστία itibar/iʿtibār
θάμανθαύμα
καικάπρος τα κάτω, εκεί ακριβώς, κοντά
κιφάλικεφάλι
κοχράκα(θηλ.) κοράκι, μτφ. σε κατάρα η μαυροφορεμένη, η χήρα
νέούτε ne
όλιαόλα
οπίσ’πίσω
τσάκωμανσπάσιμο
Νε ολαΐμ¹
Σημειώσεις
¹ νε ολαΐμ (τουρκ. ne olayim): κυριολ. «τι να γίνω;» · ρητορική έκφραση παραίτησης και αποδοχής. Αντίστοιχο των «τι να κάνω;», «τι να πω;», «άντε πάλι...», «μα τι να γίνω εγώ τώρα;»

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost