.
.
Επαναπροσδιορισμός

Χαμαιλετάρτς

Χαμαιλετάρτς
fullscreen
Θα ’ίνουμαι χαμαιλετάρτς,
θ’ αλέθω τα κοκκόπα
Το καπίτσ’ να χαρτσεύ’ ατο
αποπίσ’ σα κορτσόπα

Κι όντες θα πάω σην καβέν
με τ’ άσπρον το καμίσ’ ι-μ’
και την ὼρα μ’ το Serkisoff¹
θα ρούζ’νε αποπίσ’ ι-μ’

Ο νους ατουν πάντα σ’ εμέν
και τ’ εμόν σην Ελένεν
Τα γεσιρλούκια ντ’ έσυρεν
κανείς τιδέν ’κι ’ξέρ’νε

Ατώρα έρχουνταν σο νου μ’,
έχω βαρύν καρδίαν
Ήμαρτα, ρίζα μ’, ήμαρτα,
’κ’ ευρήκω παρ’γορίαν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αποπίσ’από πίσω
ατουντους
ατώρατώρα
γεσιρλούκιακυριολ. αιχμαλωσία, υποδούλωση, μτφ. συναισθηματική υποδούλωση, εξάρτηση, μτφ. ταλαιπωρίες, κακουχίες esirlık<esīr
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έρχουντανέρχονται
έσυρενέσυρε, τράβηξε, έριξε
ευρήκωβρίσκω
ήμαρταήμαρτον, δηλωτικό μετάνοιας, από τον αόριστο β΄ του αρχαίου ρήματος ἁμαρτάνω (αμάρτησα), έκφ. έλα σα ήμαρτα=μετανόησε
’ίνουμαιγίνομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καβένκαφέ, καφενείον kahve
καμίσ’πουκάμισο καμίσιον<camisia=λινό ρούχο
καπίτσ’το αλεστικό δικαίωμα του μυλωνά, για αλεστικό δικαίωμα ο μυλωνάς κρατούσε ένα ποσοστό από το αλεύρι, γιατί οι περισσότεροι προτιμούσαν αυτόν τον τρόπο της πληρωμής από το να του δώσουν χρήματα καπίθη < Αρχ. Ελλ. < Μέσ. Περσ. kpyc/kabīz < Συρ./Αραμ. qəp̄īzā < Δημ.Αιγυπτ. kpḏ («100 ml, ξηρ. ή υγρ.») < πιθ. Ακκ. /kappu/ («χέρι, μικρό σκεύος»)
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κοκκόπα(υποκορ.) σιτάρια, κόκκοι σιταριού
κορτσόπακοριτσάκια
’ξέρ’νε(εξέρ’νε) ξέρουν, γνωρίζουν
όντεςόταν
παρ’γορίανπαρηγοριά
ρούζ’νεπέφτουν
τιδέντίποτα
χαμαιλετάρτςμυλωνάς
χαρτσεύ’ξοδεύω/ει
ὼραρολόι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αποπίσ’από πίσω
ατουντους
ατώρατώρα
γεσιρλούκιακυριολ. αιχμαλωσία, υποδούλωση, μτφ. συναισθηματική υποδούλωση, εξάρτηση, μτφ. ταλαιπωρίες, κακουχίες esirlık<esīr
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έρχουντανέρχονται
έσυρενέσυρε, τράβηξε, έριξε
ευρήκωβρίσκω
ήμαρταήμαρτον, δηλωτικό μετάνοιας, από τον αόριστο β΄ του αρχαίου ρήματος ἁμαρτάνω (αμάρτησα), έκφ. έλα σα ήμαρτα=μετανόησε
’ίνουμαιγίνομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καβένκαφέ, καφενείον kahve
καμίσ’πουκάμισο καμίσιον<camisia=λινό ρούχο
καπίτσ’το αλεστικό δικαίωμα του μυλωνά, για αλεστικό δικαίωμα ο μυλωνάς κρατούσε ένα ποσοστό από το αλεύρι, γιατί οι περισσότεροι προτιμούσαν αυτόν τον τρόπο της πληρωμής από το να του δώσουν χρήματα καπίθη < Αρχ. Ελλ. < Μέσ. Περσ. kpyc/kabīz < Συρ./Αραμ. qəp̄īzā < Δημ.Αιγυπτ. kpḏ («100 ml, ξηρ. ή υγρ.») < πιθ. Ακκ. /kappu/ («χέρι, μικρό σκεύος»)
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κοκκόπα(υποκορ.) σιτάρια, κόκκοι σιταριού
κορτσόπακοριτσάκια
’ξέρ’νε(εξέρ’νε) ξέρουν, γνωρίζουν
όντεςόταν
παρ’γορίανπαρηγοριά
ρούζ’νεπέφτουν
τιδέντίποτα
χαμαιλετάρτςμυλωνάς
χαρτσεύ’ξοδεύω/ει
ὼραρολόι
Χαμαιλετάρτς
Σημειώσεις
¹ Ονομαστή μάρκα ρολογιών τσέπης κατά την οθωμανική περίοδο

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost