
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Σο κιφάλ’ δέσον κόκκινον [αχ!] χάσον το τραπολόζι κοινοτι͜ακά κι αδελφικά [αχ!] να πάμε σο καλχόζι Τα τραχτόρα̤ και του Λενίν [αχ!] είναι από ατσάλι Οργάνωσανε το καλχόζ’ [αχ!] και σ’ όνομαν τη Στάλιν Εγώ είμαι ουντάρνιτσα, [αχ!] τ’ όνομα μ’ έν’ Μαρία Δουλεύω για το CCCP [αχ!] σο κοινόν τη δουλείαν Εγώ είμαι κολχοζνίκος² [αχ!] ντ’ επάγω ση δουλείαν από πρωίν με την αυγήν, [αχ!] ’κι αγαπώ την οκνίαν Δουλεύομε τα τράκτορα̤ [αχ!] και σπείρομε σιτάρι͜α και τρίδιπλα το ουραζάι³ [αχ!] γομώνομε τ’ αμπάρι͜α Εγώ είμαι κολχοζνίκος [αχ!] άγιους ’κι πιστεύω με τ’ αγρονόμ’ τα συμβουλάς [αχ!] τα κεπία μ’ φυτεύω Με την σαρεβναβάνϊαν⁴ [αχ!] πάει εμπρός η δουλεία κι ας σον θυμόν ατουν θα σπάν’ [αχ!] όλον η κουλακία⁵ Πατρίδα μου το CCCP [αχ!] [ακατάληπτο] Ζούνε ζωήν χωρίς κουλάκ’⁵ [αχ!] ασ’ όλων το καλλίον Αρμέν’, Ρωμαίοι, Εβραίοι και Τούρκ’ [αχ!] και όλα τα μιλά̤τι͜α Ζούνε απάν’ σο CCCP [αχ!] καλά κι άμον αδέλφι͜α
| Κείμενο | Επεξήγηση | Ετυμ. Ρίζα | Προέλευση |
|---|---|---|---|
| άμον | σαν, όπως, καθώς | ἅμα | |
| απάν’ | πάνω | ||
| ας σον | απ’ τον | ασό σον (από τον) | |
| ασ’ | από | ||
| ατουν | τους | ||
| γομώνομε | γεμίζουμε | ||
| δέσον | (προστ.) δέσε | ||
| δουλεία | δουλειά, εργασία | ||
| δουλείαν | δουλειά | ||
| έν’ | είναι | ||
| καλλίον | (επίθ.) καλύτερο, (επίρ.) καλύτερα | ||
| καλχόζ’ | συνεταιριστικό αγρόκτημα στην τέως Σοβιετική Ένωση | колхоз | |
| καλχόζι | συνεταιριστικό αγρόκτημα στην τέως Σοβιετική Ένωση | колхоз | |
| κεπία | (ον.) κήποι, (αιτ.) κήπους | ||
| ’κι | δεν | οὐκί<οὐχί | |
| κιφάλ’ | κεφάλι | ||
| μιλά̤τι͜α | έθνη, φυλές | millet | |
| οκνίαν | οκνηρία | ὀκνηρός < ὄκνος | |
| Ρωμαίοι | οι ορθόδοξοι χριστιανοί πολίτες επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας | ||
| σπάν’ | σκάει, εκρήγνυται | ||
| Τούρκ’ | Τούρκοι | ||
| χάσον | (προστ.) άφησε, διώξε |
| Κείμενο | Επεξήγηση | Ετυμ. Ρίζα | Προέλ. |
|---|---|---|---|
| άμον | σαν, όπως, καθώς | ἅμα | |
| απάν’ | πάνω | ||
| ας σον | απ’ τον | ασό σον (από τον) | |
| ασ’ | από | ||
| ατουν | τους | ||
| γομώνομε | γεμίζουμε | ||
| δέσον | (προστ.) δέσε | ||
| δουλεία | δουλειά, εργασία | ||
| δουλείαν | δουλειά | ||
| έν’ | είναι | ||
| καλλίον | (επίθ.) καλύτερο, (επίρ.) καλύτερα | ||
| καλχόζ’ | συνεταιριστικό αγρόκτημα στην τέως Σοβιετική Ένωση | колхоз | |
| καλχόζι | συνεταιριστικό αγρόκτημα στην τέως Σοβιετική Ένωση | колхоз | |
| κεπία | (ον.) κήποι, (αιτ.) κήπους | ||
| ’κι | δεν | οὐκί<οὐχί | |
| κιφάλ’ | κεφάλι | ||
| μιλά̤τι͜α | έθνη, φυλές | millet | |
| οκνίαν | οκνηρία | ὀκνηρός < ὄκνος | |
| Ρωμαίοι | οι ορθόδοξοι χριστιανοί πολίτες επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας | ||
| σπάν’ | σκάει, εκρήγνυται | ||
| Τούρκ’ | Τούρκοι | ||
| χάσον | (προστ.) άφησε, διώξε |

¹ ουντάρνιτσα (ρωσ. Ударница): πρωτοπόρος εργάτρια ή εργάτρια-υπόδειγμα. Στη σοβιετική εποχή, ο τίτλος ударник/ударница δινόταν σε εργάτες που ξεπερνούσαν τα παραγωγικά τους όρια — ήταν επίσης η βάση για τον πιο γνωστό τίτλο Στακανοβιστής (μετά το 1935). ² κολχοζνίκος (ρωσ. колхозник): αγρότης μέλος κολχόζ· εργάτης συλλογικού αγροκτήματος στη Σοβιετική Ένωση. Τυπικά ο κολχοζνίκος δεν ήταν μισθωτός αλλά «μέτοχος» της συλλογικής παραγωγής, αμειβόμενος με βάση το σύστημα των τρουντοντνέι (трудодни, «εργατοημέρες») — μονάδες που αντιστοιχούσαν σε μερίδιο της συνολικής σοδειάς. Στην πράξη οι κολχοζνίκοι ζούσαν συχνά σε άθλιες συνθήκες, στερούμενοι ακόμη και εσωτερικού διαβατηρίου, γεγονός που τους καθήλωνε ουσιαστικά στο κολχόζ τους μέχρι το 1974. ³ ουραζάι (ρωσ. уро́жай): η σοδειά, η συγκομιδή· το σύνολο των γεωργικών προϊόντων που συλλέγονται από τη γη κατά την περίοδο της συγκομιδής. Στη σοβιετική ορολογία η λέξη χρησιμοποιείτο εκτενώς σε προπαγανδιστικά συνθήματα και αφίσες με αναφορές στη «μεγάλη σοδειά» ως σύμβολο της επιτυχίας της συλλογικής γεωργίας. ⁴ σαρεβναβάνιαν (ρωσ. соревнова́ния): Ο συναγωνισμός, η άμιλλα· στη σοβιετική ορολογία, ο οργανωμένος εργασιακός συναγωνισμός μεταξύ εργατών, ομάδων ή εργοστασίων με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας. Διακρινόταν από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (конкуренция) ως δήθεν συλλογική και αλτρουιστική διαδικασία προς όφελος του συνόλου. Χρησιμοποιείται επίσης στη σύγχρονη ρωσική για αθλητικές διοργανώσεις και διαγωνισμούς γενικότερα. ⁵ κουλακία (η)/κουλάκ’ (το) (ρωσ. кула́ки): Εύποροι αγρότες της τσαρικής Ρωσίας και της πρώιμης σοβιετικής περιόδου, οι οποίοι κατείχαν γη, εργαλεία ή ζώα και απασχολούσαν μισθωτούς εργάτες. Η σοβιετική προπαγάνδα τους παρουσίαζε ως εκμεταλλευτές της αγροτιάς και ταξικούς εχθρούς. Κατά την περίοδο της κολεκτιβοποίησης (1929–1933), ο Στάλιν κήρυξε την πολιτική της «εκκαθάρισης των κουλάκων ως τάξης» (ликвидация кулачества как класса), που οδήγησε σε μαζικές εκτοπίσεις, εκτελέσεις και θανάτους εκατομμυρίων ανθρώπων.
