
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τ’ εμόν αγάπ’ ουντάρνιτσα¹ [αχ!] πάει κι έρ’ται σην δουλείαν και για τ’ ατό αγαπώ -γ- ατεν [αχ!] και τρώγω την καρδία μ’ Τ’ εμόν αγάπ’ καματερή [αχ!] ’κι θέλ’ ξάι την οκνίαν Πουρνό-βραδήν σην καλχοζή² [αχ!] πάει κι έρ’ται ση δουλείαν Εγώ πα πάγω κι έρχουμαι [αχ!] και μετ’ ατέν δουλεύω Ευτάγω μετ’ ατέν γιαρούσ̌’, [αχ!] λέγω και μασχαρεύω Έναν κορτσόπον αγαπώ, [αχ!] τ’ όνομαν ατ’ς έν’ Όλγα Και για τ’ ατό αγαπώ -γ- ατεν [αχ!] ντ’ εγράφτεν καμσαμόλκα³ Εγώ είμαι καλχόζνιτσα⁴ [αχ!] και πάγω ση δουλεία μ’ Από πρωίν με την αυγήν, [αχ!] ’κι αγαπώ την οκνίαν
| Κείμενο | Επεξήγηση | Ετυμ. Ρίζα | Προέλευση |
|---|---|---|---|
| ατέν | αυτήν | ||
| ατεν | αυτήν | ||
| ατ’ς | αυτής, της | ||
| βραδήν | βράδυ | ||
| γιαρούσ̌’ | αγώνα, διαγωνισμό | yarış | |
| δουλεία | δουλειά, εργασία | ||
| δουλείαν | δουλειά | ||
| εγράφτεν | γράφτηκε, εγγράφηκε | ||
| εμόν | δικός/ή/ό μου | ἐμοῦ | |
| έν’ | είναι | ||
| έρ’ται | έρχεται | ||
| έρχουμαι | έρχομαι | ||
| ευτάγω | κάνω, φτιάχνω | εὐθειάζω | |
| ’κι | δεν | οὐκί<οὐχί | |
| κορτσόπον | κοριτσάκι | ||
| μασχαρεύω | αστειεύομαι, διακωμωδώ | maskara/masḫara | |
| μετ’ | μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος) | ||
| ξάι | καθόλου | ||
| οκνίαν | οκνηρία | ὀκνηρός < ὄκνος | |
| πα | πάλι, επίσης, ακόμα | ||
| πουρνό | πρωινό |
| Κείμενο | Επεξήγηση | Ετυμ. Ρίζα | Προέλ. |
|---|---|---|---|
| ατέν | αυτήν | ||
| ατεν | αυτήν | ||
| ατ’ς | αυτής, της | ||
| βραδήν | βράδυ | ||
| γιαρούσ̌’ | αγώνα, διαγωνισμό | yarış | |
| δουλεία | δουλειά, εργασία | ||
| δουλείαν | δουλειά | ||
| εγράφτεν | γράφτηκε, εγγράφηκε | ||
| εμόν | δικός/ή/ό μου | ἐμοῦ | |
| έν’ | είναι | ||
| έρ’ται | έρχεται | ||
| έρχουμαι | έρχομαι | ||
| ευτάγω | κάνω, φτιάχνω | εὐθειάζω | |
| ’κι | δεν | οὐκί<οὐχί | |
| κορτσόπον | κοριτσάκι | ||
| μασχαρεύω | αστειεύομαι, διακωμωδώ | maskara/masḫara | |
| μετ’ | μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος) | ||
| ξάι | καθόλου | ||
| οκνίαν | οκνηρία | ὀκνηρός < ὄκνος | |
| πα | πάλι, επίσης, ακόμα | ||
| πουρνό | πρωινό |

«Κομσομόλικα Τραγούδια» (Τραγούδια της Κομμουνιστικής Νεολαίας) και περιλαμβάνει «Κομσομόλικα τσαστούσκι» (εύθυμα λαϊκά δίστιχα της κομμουνιστικής νεολαίας), τα οποία ερμηνεύει ο Ελληνικός Χορωδιακός Όμιλος της Λέσχης Εθνικών Μειονοτήτων της Γιάλτας, υπό τη διεύθυνση του Ι. Α. Ηλιόπουλου. Πρόκειται για μια σπάνια ηχογράφηση του σοβιετικού κρατικού τραστ Gramplasttrest (από το εργοστάσιο του Νογκίνσκ με αριθμό καταλόγου 3429), με χρονολογία ηχογράφησης το Νοέμβρη του 1935 στη Συμφερόπολη και αποτυπώνει τη γλωσσική μείξη της ελληνικής διαλέκτου της Κριμαίας με τη σοβιετική ορολογία της εποχής. ¹ ουντάρνιτσα (ρωσ. Ударница): πρωτοπόρος εργάτρια ή εργάτρια-υπόδειγμα. Στη σοβιετική εποχή, ο τίτλος ударник/ударница δινόταν σε εργάτες που ξεπερνούσαν τα παραγωγικά τους όρια — ήταν επίσης η βάση για τον πιο γνωστό τίτλο Στακανοβιστής (μετά το 1935). ² κολχόζ/καλχόζ (ρωσ. колхоз < коллективное хозяйство, «συλλογική εκμετάλλευση»): Συλλογικό αγρόκτημα στη Σοβιετική Ένωση, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της αγροτικής κολεκτιβοποίησης (1929–1933) και εφεξής. Τα κολχόζ αποτελούνταν από αγρότες που είχαν αναγκαστικά ή εθελοντικά ενώσει τη γη, τα εργαλεία και τα ζώα τους σε μια κοινή μονάδα παραγωγής υπό κρατικό έλεγχο. Διακρίνονταν από τα σοβχόζ (совхоз), τα οποία ήταν αμιγώς κρατικές αγροτικές επιχειρήσεις με μισθωτούς εργάτες. ³ καμσαμόλκα (ρωσ. комсомолка): γυναίκα μέλος της Κομσομόλ (ρωσ. Καμσαμόλ), κρατικής κομμουνιστικής οργάνωσης νέων στην τέως Σοβιετική Ένωση ⁴ καλχόζνιτσα (ρωσ. колхозница): γυναίκα μέλος κολχόζ· αγρότισσα που εργαζόταν σε συλλογικό αγρόκτημα της Σοβιετικής Ένωσης. Η λέξη απέκτησε ευρύτερη πολιτισμική απήχηση κυρίως μέσα από το γλυπτό του Βέρα Μούχινα «Ο Εργάτης και η Κολχοζνίτσα» (1937), εμβληματικό έργο της σοβιετικής τέχνης.
