.
.
Παράδοση του Πόντου | Εκείθεν & εντεύθεν του Αιγαίου

Οσήμερον έν’ Κερεκή

Οσήμερον έν’ Κερεκή
fullscreen
Οφέτος και την άνοιξην,
καλοκαιρί’ εντάμαν,
μοθόπωρί’, χ̌ειμωγκονί’,
πάντα ζεστόν εγκάλιαν

Οσήμερον έν’ Κερεκή,
πιρνά τσ’ Αγίας Άννας
Τ’ εμόν το κρίμαν και τ’ εσόν
να παλαλών’ τη μάνα σ’

Χαμελά είν’ τα παράθυρα σ’,
απέσ’ πιάν’ η φώση
Έπαρ’ με σ’ εγκαλιόπο σου
άμον τον αδελφό σ’ -ι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
απέσ’μέσα
εγκάλιαν(αιτ.) αγκαλιά
εγκαλιόποαγκαλίτσα
είν’(για πληθ.) είναι
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έν’είναι
εντάμανμαζί
έπαρ’(προστ.) πάρε
εσόνδικός/ή/ό σου
καλοκαιρί’καλοκαιριού
ΚερεκήΚυριακή
οσήμερονσήμερα
οφέτοςφέτος
παλαλών’τρελαίνει
πιάν’πιάνει
πιρνάπρωί, πρωινιάτικα, αύριο
τσ’(ως τση, άρθρο γεν. ενικού) του/της, (ως τσοι, άρθρο αιτ. πληθ.) τις, (ως ερωτημ. τσί;) ποιός;
φώσηφως
χ̌ειμωγκονί’(γεν.) χειμώνα
χαμελάχαμηλά
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
απέσ’μέσα
εγκάλιαν(αιτ.) αγκαλιά
εγκαλιόποαγκαλίτσα
είν’(για πληθ.) είναι
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έν’είναι
εντάμανμαζί
έπαρ’(προστ.) πάρε
εσόνδικός/ή/ό σου
καλοκαιρί’καλοκαιριού
ΚερεκήΚυριακή
οσήμερονσήμερα
οφέτοςφέτος
παλαλών’τρελαίνει
πιάν’πιάνει
πιρνάπρωί, πρωινιάτικα, αύριο
τσ’(ως τση, άρθρο γεν. ενικού) του/της, (ως τσοι, άρθρο αιτ. πληθ.) τις, (ως ερωτημ. τσί;) ποιός;
φώσηφως
χ̌ειμωγκονί’(γεν.) χειμώνα
χαμελάχαμηλά
Οσήμερον έν’ Κερεκή

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost