.
.
Ηλιόβρεχ̌η

Νέ βραδύν’ και νέ μερών’

Στιχουργοί: Ελένη Σιαμίδου
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Νέ βραδύν’ και νέ μερών’
Στιχουργοί: Ελένη Σιαμίδου
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Εκατήβες ας σ’ ορμάν’
και χαμάν εδέβες πλάν
Σο ζαΐφκον το καρδόπο μ’
ένοιξες τρανόν γεράν

Νέ βραδύν’ και νέ μερών’,
εέμ’νε ράμμαν και βελόν’
Αραεύω έναν φωλέαν
σ’ εγκαλιόπο σ’ το χουλιόν

Έι! κορτσόπον ντό νουνί͜εις
και τα κάλλια σ’ έξ’ κρεμί͜εις;
Πολεμώ να κοινωνίζω
και το ψ̌όπο μ’ κολατί͜εις

Νέ βραδύν’ και νέ μερών’,
εέμ’νε ράμμαν και βελόν’
Αραεύω έναν φωλέαν
σ’ εγκαλιόπο σ’ το χουλιόν

Το μιλέτ’ έναν σουρίν
κι η μύρα σ’ ευτάει πελίν
Το λαλόπο σ’ παλαλών’ με
γίνουμαι σ̌κισμάτ’ κουρίν

Νέ βραδύν’ και νέ μερών’,
εέμ’νε ράμμαν και βελόν’
Αραεύω έναν φωλέαν
σ’ εγκαλιόπο σ’ το χουλιόν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αραεύωψάχνω, αναζητώ, γυρεύω aramak
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
βραδύν’βραδιάζει
γεράνπληγή, τραύμα yara
γίνουμαιγίνομαι
εγκαλιόποαγκαλίτσα
εδέβεςπέρασες, έφυγες, διάβηκες διαβαίνω
εέμ’νεέγινα
εκατήβεςκατέβηκες
ένοιξεςάνοιξες
έξ’έξω ή ο αριθμός έξι
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
ζαΐφκονισχνό, αδύνατο, ελλιπές zayıf/żaʿīf
κάλλιακάλλη
καρδόποκαρδούλα
κοινωνίζωλαμβάνω τη Θεία Κοινωνία, μεταλαβαίνω
κολατί͜ειςκολάζεις
κορτσόπονκοριτσάκι
κουρίνκομμάτι κορμού δέντρου
κρεμί͜ειςγκρεμίζεις, ρίχνεις κπ, κρεμάς
λαλόποφωνούλα
μερών’μερώνει, ξημερώνει
μιλέτ’φυλή, έθνος millet
μύραοσμή, μυρωδιά
νέούτε ne
νουνί͜ειςσκέφτεσαι
ορμάν’δάσος orman
παλαλών’τρελαίνει
πελίνφανερό, εμφανές, πρόδηλο belli
πλάνπλάι, πλαϊνό/ παρακείμενο μέρος, παραπέρα
ράμμανχοντρή κλωστή, αρμαθιά καπνών περασμένα σε χοντρή κλωστή
σ̌κισμάτ’ξύλο αποσχιζόμενο από κορμό δέντρο, αποσχισθέν κομμάτι
σουρίνκοπάδι ζώων, πλήθος ανθρώπων, πομπή, σωρός από πράγματα sürü
φωλέανφωλιά
χαμάναμέσως, ευθύς, μονομιάς hemen/hemān
χουλιόνζεστό
ψ̌όποψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αραεύωψάχνω, αναζητώ, γυρεύω aramak
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
βραδύν’βραδιάζει
γεράνπληγή, τραύμα yara
γίνουμαιγίνομαι
εγκαλιόποαγκαλίτσα
εδέβεςπέρασες, έφυγες, διάβηκες διαβαίνω
εέμ’νεέγινα
εκατήβεςκατέβηκες
ένοιξεςάνοιξες
έξ’έξω ή ο αριθμός έξι
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
ζαΐφκονισχνό, αδύνατο, ελλιπές zayıf/żaʿīf
κάλλιακάλλη
καρδόποκαρδούλα
κοινωνίζωλαμβάνω τη Θεία Κοινωνία, μεταλαβαίνω
κολατί͜ειςκολάζεις
κορτσόπονκοριτσάκι
κουρίνκομμάτι κορμού δέντρου
κρεμί͜ειςγκρεμίζεις, ρίχνεις κπ, κρεμάς
λαλόποφωνούλα
μερών’μερώνει, ξημερώνει
μιλέτ’φυλή, έθνος millet
μύραοσμή, μυρωδιά
νέούτε ne
νουνί͜ειςσκέφτεσαι
ορμάν’δάσος orman
παλαλών’τρελαίνει
πελίνφανερό, εμφανές, πρόδηλο belli
πλάνπλάι, πλαϊνό/ παρακείμενο μέρος, παραπέρα
ράμμανχοντρή κλωστή, αρμαθιά καπνών περασμένα σε χοντρή κλωστή
σ̌κισμάτ’ξύλο αποσχιζόμενο από κορμό δέντρο, αποσχισθέν κομμάτι
σουρίνκοπάδι ζώων, πλήθος ανθρώπων, πομπή, σωρός από πράγματα sürü
φωλέανφωλιά
χαμάναμέσως, ευθύς, μονομιάς hemen/hemān
χουλιόνζεστό
ψ̌όποψυχούλα
Νέ βραδύν’ και νέ μερών’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost