.
.
Ελληνικοί χοροί - Δόρα Στράτου Νο34

Αητέντς επαραπέτανεν

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Αητέντς επαραπέτανεν
ψηλά σα επουράνια
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
Είχ̌εν τ’ αντζία τ’ κόκκινα
και το κουδούκ’ν ατ’ μαύρον
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
κι εκράν’νεν και σα κάρτζ̌ι͜ας¹ ατ’
παλληκαρί’ βραχ̌ιόνα
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]

-Αητέ μ’, για δος μ’ ας σο κρατείς,
για πέ’/πέει με όθεν κείται
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
-Ας σο κρατώ ’κι δίγ̆ω σε,
λέω σε όθεν κείται
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]

Ακεί σο πέραν τα ραχ̌ι͜ά,
σα βαθέα τ’ ορμία
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
μαύρα πουλία τρώγ’ν’ ατον
και άσπρα τριγυλίσκουν
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]

Φατέστεν, πουλία μ’, φατέστεν,
φατέστεν τον καρίπην
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
Σην θάλασσαν κολυμπετής,
σ’ ορμάνια πεχλιβάνος
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
Σον πόλεμον Τραντέλλενας,
Ρωμαίικον παλληκάρι
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αητέντςαητός
ακείεκεί
αντζίαπόδια, μηροί
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
βαθέαβαθιά
δίγ̆ωδίνω
δοςδώσε
εκράν’νενκρατούσε
επαραπέτανενπαραπετούσε, πετούσε πολλή ώρα ή πολύ ψηλά
καρίπηνξένο, μοναχικό, φτωχό, ανήμπορο garip/ġarīb
κάρτζ̌ι͜αςνύχια kanca<ganzo (βενετ.)<γαμψός ή ganskyos=κλαδί (πρωτοκελτικά)
κείταικείτεται, ξαπλώνει
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κολυμπετήςκολυμβητής
κουδούκ’νράμφος
κρατείςκρατάς
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
ορμάνιαδάση orman
ορμίαρυάκια, ρεματιές
παλληκαρί’παλληκαριού παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ
πέ’(προστ.) πες
πέει(προστ.) πες
πεχλιβάνοςκυρ. παλαιστής, μτφ. παλληκάρι, ανδρειωμένος pehlivan/pehlevān
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
ρωμαίικοναυτό που είναι των Ρωμιών, ελληνικό
Τραντέλλεναςο τριάντα φορές Έλληνας
τριγυλίσκουντριγυρίζουν, περιτριγυρίζουν
τρώγ’ν’τρώνε
φατέστεν(προστ.) φάτε
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αητέντςαητός
ακείεκεί
αντζίαπόδια, μηροί
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
βαθέαβαθιά
δίγ̆ωδίνω
δοςδώσε
εκράν’νενκρατούσε
επαραπέτανενπαραπετούσε, πετούσε πολλή ώρα ή πολύ ψηλά
καρίπηνξένο, μοναχικό, φτωχό, ανήμπορο garip/ġarīb
κάρτζ̌ι͜αςνύχια kanca<ganzo (βενετ.)<γαμψός ή ganskyos=κλαδί (πρωτοκελτικά)
κείταικείτεται, ξαπλώνει
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κολυμπετήςκολυμβητής
κουδούκ’νράμφος
κρατείςκρατάς
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
ορμάνιαδάση orman
ορμίαρυάκια, ρεματιές
παλληκαρί’παλληκαριού παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ
πέ’(προστ.) πες
πέει(προστ.) πες
πεχλιβάνοςκυρ. παλαιστής, μτφ. παλληκάρι, ανδρειωμένος pehlivan/pehlevān
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
ρωμαίικοναυτό που είναι των Ρωμιών, ελληνικό
Τραντέλλεναςο τριάντα φορές Έλληνας
τριγυλίσκουντριγυρίζουν, περιτριγυρίζουν
τρώγ’ν’τρώνε
φατέστεν(προστ.) φάτε
Σημειώσεις
¹ Ακούγεται πιθ. εκ παραδρομής να τραγουδάει «κάντζ̌ιας»

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost