.
.
Ελληνικοί χοροί - Δόρα Στράτου Νο34

Κορτσόπον δεκαοχτώ χρονών

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Κορτσόπον δεκαέξ’ χρονών,
δὼμα νερόν να πίνω
Τη καρδι͜άς ι-μ’ την καμονήν
ολίγον να νεσβήνω

Έλα -ν-, αρνί μ’, έλα, πουλί μ’,
έλα, μη τυρα̤ννί͜εις με
Σ’ εγκαλιόπο μ’ ετράνυνες
κι ατώρα ’κ’ εγνωρί͜εις με

Θα φεύω, νε πουλί μ’, μακρά,
μακρά σην ξενιτείαν
Άλλο εμέν ’κι θα ελέπ’ς,
θα σύρτς αροθυμίαν

Άνοιξον το παράθυρο σ’,
την τραγωδία μ’ άκ’σον
κι όντες αποχωρίουμες
τραγώδ’ α̤το και κλάψον
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άκ’σον(προστ.) άκουσε
άνοιξον(προστ.) άνοιξε
αποχωρίουμεςαποχωριζόμαστε
αροθυμίαννοσταλγία
ατώρατώρα
δεκαέξ’δεκαέξι
δὼμαδώσε μου
εγκαλιόποαγκαλίτσα
εγνωρί͜ειςγνωρίζεις
ελέπ’ςβλέπεις
ετράνυνεςμεγάλωσες, ανατράφηκες τρανόω-ῶ
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καμονήνκαημός, (αιτ.) καημό
καρδι͜άς(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κλάψον(προστ.) κλάψε
κορτσόπονκοριτσάκι
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
νεσβήνωσβήνω
ολίγονλίγο
όντεςόταν
σύρτςσέρνεις, τραβάς, ρίχνεις
τραγώδ’(προστ.) τραγούδησε
τραγωδίατραγούδι
τυρα̤ννί͜ειςτυραννάς, ταλαιπωρείς
φεύωφεύγω
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άκ’σον(προστ.) άκουσε
άνοιξον(προστ.) άνοιξε
αποχωρίουμεςαποχωριζόμαστε
αροθυμίαννοσταλγία
ατώρατώρα
δεκαέξ’δεκαέξι
δὼμαδώσε μου
εγκαλιόποαγκαλίτσα
εγνωρί͜ειςγνωρίζεις
ελέπ’ςβλέπεις
ετράνυνεςμεγάλωσες, ανατράφηκες τρανόω-ῶ
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καμονήνκαημός, (αιτ.) καημό
καρδι͜άς(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κλάψον(προστ.) κλάψε
κορτσόπονκοριτσάκι
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
νεσβήνωσβήνω
ολίγονλίγο
όντεςόταν
σύρτςσέρνεις, τραβάς, ρίχνεις
τραγώδ’(προστ.) τραγούδησε
τραγωδίατραγούδι
τυρα̤ννί͜ειςτυραννάς, ταλαιπωρείς
φεύωφεύγω

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost