.
.
Ελληνικοί Χοροί - Δόρα Στράτου Νο23

Αητέντς

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Αητέντς επαραπέτανεν
ψηλά σα υπουράνια
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
Εκράν’νεν και σα κάρτζ̌ι͜ας ατ’
παλληκαρί’ βραχ̌ιόνας
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]

-Αητέ μ’, για δος μ’ ας σο κρατείς,
για πέει με όθεν κείται
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
-Ας σο κρατώ ’κι δίγ̆ω σε,
λέω σε όθεν κείται
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]

Ακεί σο πέραν τα ραχ̌ι͜ά,
σο πέραν κιάν’ σ’ αλάτι͜α
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
μαύρα πουλία τρώγ’ν’ ατον
και άσπρα τριγυλίσκουν
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]

Φατέστεν, πουλία μ’, φατέστεν,
φατέστεν τον καρίπην
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
Σην θάλασσαν κολυμπετής,
σ’ ορμάνια πεχλιβάνος
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αητέντςαητός
ακείεκεί
αλάτι͜αέλατα
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
δίγ̆ωδίνω
δοςδώσε
εκράν’νενκρατούσε
επαραπέτανενπαραπετούσε, πετούσε πολλή ώρα ή πολύ ψηλά
καρίπηνξένο, μοναχικό, φτωχό, ανήμπορο garip/ġarīb
κάρτζ̌ι͜αςνύχια kanca<ganzo (βενετ.)<γαμψός ή ganskyos=κλαδί (πρωτοκελτικά)
κείταικείτεται, ξαπλώνει
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κιάν’και άνω, και εξής, και πέρα
κολυμπετήςκολυμβητής
κρατείςκρατάς
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
ορμάνιαδάση orman
παλληκαρί’παλληκαριού παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ
πέει(προστ.) πες
πεχλιβάνοςκυρ. παλαιστής, μτφ. παλληκάρι, ανδρειωμένος pehlivan/pehlevān
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
τριγυλίσκουντριγυρίζουν, περιτριγυρίζουν
τρώγ’ν’τρώνε
φατέστεν(προστ.) φάτε
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αητέντςαητός
ακείεκεί
αλάτι͜αέλατα
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
δίγ̆ωδίνω
δοςδώσε
εκράν’νενκρατούσε
επαραπέτανενπαραπετούσε, πετούσε πολλή ώρα ή πολύ ψηλά
καρίπηνξένο, μοναχικό, φτωχό, ανήμπορο garip/ġarīb
κάρτζ̌ι͜αςνύχια kanca<ganzo (βενετ.)<γαμψός ή ganskyos=κλαδί (πρωτοκελτικά)
κείταικείτεται, ξαπλώνει
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κιάν’και άνω, και εξής, και πέρα
κολυμπετήςκολυμβητής
κρατείςκρατάς
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
ορμάνιαδάση orman
παλληκαρί’παλληκαριού παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ
πέει(προστ.) πες
πεχλιβάνοςκυρ. παλαιστής, μτφ. παλληκάρι, ανδρειωμένος pehlivan/pehlevān
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
τριγυλίσκουντριγυρίζουν, περιτριγυρίζουν
τρώγ’ν’τρώνε
φατέστεν(προστ.) φάτε

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost