.
.
Ψ̌ης γαλένεμαν

Έναν άστρον εξέβεν

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Έναν άστρον εξέβεν
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Έναν άστρον εξέβεν
σην ανατολήν
Αρ’ κι άλλ’ έναν κι άλλο εξέβεν
σο Τεβέποϊν
Κι άλλ’ έναν κι άλλο εξέβεν
σο Καράκαπαν
Αρ’ κι άλλ’ έναν κι άλλο εξέβεν
σ’ Αρμαλού το χὰν’

Σοφίτσα μ’, έξ’ μ’ εβγαίνεις
και μη φαίνεσαι
Ελέπ’νε σε και τ’ άστρα
και μαραίνεσαι
Ελέπ’ σε -ν- και -ν- ο ήλον
και -ν- ηλαίνεσαι [γιαρ]

Λισάφ’, άνοιξον το τουλάπ’
[Ωχ! Και πουλί μ’, ξαν, αρνί μ’!]
και δὼμα ένα μήλον
[Να λελεύω σε]
Άνοιξον το παράθυρο σ’
[Ωχ! Και πουλί μ’, ξαν, αρνί μ’!]
ας ελέπ’ σε -ν- ο ήλεν
[Κομμενόχρονον, γιαρ]

Απ’ ουρανού χαρτίν έρθεν,
[Ωχ! Και πουλί μ’, ξαν, αρνί μ’!]
οφέτος θα γυρεύω
[Κομμενόχρονον, γιαρ]
Τρία κουκούτσ̌ι͜α άλατα
[Ωχ! Και πουλί μ’, ξαν, αρνί μ’!]
αρνόπο μ’ να γητεύω
[Ωχ! Και ν’ αηλί εμέν!]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
άλατααλάτια
άνοιξον(προστ.) άνοιξε
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
Αρμαλού το χὰν’το Χάνι του Αρμαλού (ή Αρμανλού), φημισμένο πανδοχείο στην περιοχή της Κρώμνης στον Πόντο Harmanlı Han
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
γητεύωξορκίζω, ξεματιάζω, κάνω γητειές προς θεραπεία κπ
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
γυρεύωεπαιτώ, ζητιανεύω
δὼμαδώσε μου
ελέπ’βλέπει/βλέπω
ελέπ’νεβλέπουνε
έναν κι άλλοάλλο ένα, ένα ακόμη
έξ’έξω ή ο αριθμός έξι
εξέβενβγήκε, ανέβηκε
έρθενήρθε
ηλαίνεσαιπαθαίνεις ηλίαση
ήλενήλιος/ήλιο
Καράκαπανονομασία βουνού στην σημ. Τουρκία, στα ανατολικά όρια της Άνω Ματσούκας και με υψόμετρο 2,4 χλμ Karakaban< kara (=μαύρο) + kaban (կաբան=κορυφή, απότομος λόφος)
κομμενόχρονοναυτό που είθε να του κοπούν τα χρόνια
κουκούτσ̌ι͜ακουκούτσια, σβώλοι, πολύ μικρές ποσότητες cucuzza
λελεύωχαίρομαι
Λισάφ’Ελισσάβετ
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
ξανπάλι, ξανά
οφέτοςφέτος
Τεβέποϊν(ή Τεβέ-Μποΐ) ύψωμα στην περιοχή της Κρώμνης deve boyun (κυριολ. λαιμός της καμήλας, μτφ. κάτι που έχει καμπυλωτό σχήμα))
τουλάπ’ντουλάπι dolap/dūlāb
χὰν’χάνι, πανδοχείο han/ḫān
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
άλατααλάτια
άνοιξον(προστ.) άνοιξε
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
Αρμαλού το χὰν’το Χάνι του Αρμαλού (ή Αρμανλού), φημισμένο πανδοχείο στην περιοχή της Κρώμνης στον Πόντο Harmanlı Han
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
γητεύωξορκίζω, ξεματιάζω, κάνω γητειές προς θεραπεία κπ
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
γυρεύωεπαιτώ, ζητιανεύω
δὼμαδώσε μου
ελέπ’βλέπει/βλέπω
ελέπ’νεβλέπουνε
έναν κι άλλοάλλο ένα, ένα ακόμη
έξ’έξω ή ο αριθμός έξι
εξέβενβγήκε, ανέβηκε
έρθενήρθε
ηλαίνεσαιπαθαίνεις ηλίαση
ήλενήλιος/ήλιο
Καράκαπανονομασία βουνού στην σημ. Τουρκία, στα ανατολικά όρια της Άνω Ματσούκας και με υψόμετρο 2,4 χλμ Karakaban< kara (=μαύρο) + kaban (կաբան=κορυφή, απότομος λόφος)
κομμενόχρονοναυτό που είθε να του κοπούν τα χρόνια
κουκούτσ̌ι͜ακουκούτσια, σβώλοι, πολύ μικρές ποσότητες cucuzza
λελεύωχαίρομαι
Λισάφ’Ελισσάβετ
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
ξανπάλι, ξανά
οφέτοςφέτος
Τεβέποϊν(ή Τεβέ-Μποΐ) ύψωμα στην περιοχή της Κρώμνης deve boyun (κυριολ. λαιμός της καμήλας, μτφ. κάτι που έχει καμπυλωτό σχήμα))
τουλάπ’ντουλάπι dolap/dūlāb
χὰν’χάνι, πανδοχείο han/ḫān
Έναν άστρον εξέβεν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost