.
.
Κρωμέτ’κα τραγωδίας

Μοιρολόγι

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Μοιρολόγι
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Σ’ ομάλια δέβα γαλενά
και σα καγκέλια στέρεα
και σα καγκελοκέφαλα
εμέν κάθ’κα κι ανάμ’νον

Μανίτσα μ’, παραρρώστετε
και κρεβατοδαρμέντσα
Εσύ γέλος ’κ’ εγέλασες,
εσύ χαράν ’κ’ εχάρες

Θέλω ας σ’ οσπίτι μ’ άνθρωπον
κι ας σην αυλίτσα μ’ χώμαν
Κι ας σο πεγάδ’ ντο έπινα,
έναν ποτήρ’ νερόπον

Μάνα μ’, θα γράφτω γράμματα
και μαυροβουλωμένα
κι εβγάλλω και σφραγίζ’ ατα
’ς ση καρδι͜άς ι-μ’ το αίμαν

Θα ’φτάγω τη γλώσσα μ’ χαρτίν,
τα δακρόπα μ’ μελάνιν
Θα βάλω και σφραγίζ’ ατα
κι ευρήκω το τερμάνιν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ανάμ’νονπερίμενε
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
ατααυτά
αυλίτσα(υποκορ.) αυλή
γαλενάγαλήνια
γέλοςγέλιο, περίγελος
δακρόπα(υποκορ.) δάκρυα
δέβα(προστ.) πήγαινε
εβγάλλωβγάζω
ευρήκωβρίσκω
εχάρεςχάρηκες
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καγκέλιαελικοειδείς δρόμοι
καγκελοκέφαλαοι κορυφές (τα υψηλότερα άκρα) ελικοειδών δρόμων
καρδι͜άς(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
κρεβατοδαρμέντσααυτή που ταλαιπωρείται στα κρεβάτια, η πολύ άρρωστη
νερόποννεράκι
ομάλιαομαλοί δρόμοι, ευθείες, πεδιάδες, ομαλά (επίρρ)
οσπίτισπίτι hospitium<hospes
παραρρώστετεπολύ άρρωστη
πεγάδ’βρύση
’ς(ας) από
τερμάνινθεραπεία, γιατρικό, μτφ. δύναμη, ψυχική αντοχή, ενέργεια, μτφ. παρηγοριά derman/darmān
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ανάμ’νονπερίμενε
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
ατααυτά
αυλίτσα(υποκορ.) αυλή
γαλενάγαλήνια
γέλοςγέλιο, περίγελος
δακρόπα(υποκορ.) δάκρυα
δέβα(προστ.) πήγαινε
εβγάλλωβγάζω
ευρήκωβρίσκω
εχάρεςχάρηκες
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καγκέλιαελικοειδείς δρόμοι
καγκελοκέφαλαοι κορυφές (τα υψηλότερα άκρα) ελικοειδών δρόμων
καρδι͜άς(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
κρεβατοδαρμέντσααυτή που ταλαιπωρείται στα κρεβάτια, η πολύ άρρωστη
νερόποννεράκι
ομάλιαομαλοί δρόμοι, ευθείες, πεδιάδες, ομαλά (επίρρ)
οσπίτισπίτι hospitium<hospes
παραρρώστετεπολύ άρρωστη
πεγάδ’βρύση
’ς(ας) από
τερμάνινθεραπεία, γιατρικό, μτφ. δύναμη, ψυχική αντοχή, ενέργεια, μτφ. παρηγοριά derman/darmān
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω
Μοιρολόγι
Σημειώσεις
«Μοιρολόγι της Κρώμης», όπως το έλεγε η Κρωμναία Σεβαστή Κωφίδου-Κανονίδου και το κατέγραψε η κόρη της Παπαχρυσοστομίδου Κυριακή το 1969.

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost