
Ηλίας Τσιρκινίδης
Ηλίας Τσιρκινίδης
Ο Ηλίας Τσιρκινίδης γεννήθηκε στο Νοβοροσίσκ της Ρωσίας στις 4 Ιουνίου 1915, από γονείς που κατάγονταν από το Σταύριν της περιφέρειας Αργυρούπολης του Πόντου. Το 1925 ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε αρχικά στην Καλλιθέα Αττικής. Αργότερα μετακινήθηκε στη Δροσιά Αττικής, όπου διέμενε μέχρι τον θάνατό του, την 1η Μαρτίου 1999.
Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών Επιστημών. Αφού πήρε το πτυχίο του, διορίστηκε το 1941 στο Υπουργείο Επισιτισμού και, μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, σταδιοδρόμησε στο Δημόσιο. Χρημάτισε έπαρχος Σιντικής, Γρεβενών και Παιονίας Κιλκίς. Το 1952 τοποθετήθηκε στην επαρχία Διδυμοτείχου και Ορεστιάδας και το 1960 διορίστηκε νομάρχης Θεσπρωτίας. Υπηρέτησε επίσης ως νομάρχης στους νομούς Λευκάδας και Καβάλας έως το 1965, οπότε συνταξιοδοτήθηκε.
Τιμήθηκε για τη διοικητική του δράση με το μετάλλιο των «Εξαιρέτων Πράξεων», τον «Χρυσούν Σταυρόν» του «Τάγματος των Ταξιαρχών» του Γεωργίου Α΄ και το «Παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής» της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Για την προσφορά του στα ποντιακά γράμματα τιμήθηκε με δίπλωμα τιμής από το Σωματείο «Παναγία Σουμελά», την Ομοσπονδία Ποντιακών Συλλόγων Δυτικής Γερμανίας και Δυτικού Βερολίνου και την Ένωση Ποντίων Ελληνικού «Τα Σούρμενα». Επίσης, τιμήθηκε με δίπλωμα τιμής και χρυσό μετάλλιο από τον Καλλιτεχνικό Οργανισμό Ποντίων Αθηνών (Κ.Ο.Π.Α.), του οποίου χρημάτισε πρόεδρος από το 1967 έως το 1991.
Ποιήματά του δημοσιεύθηκαν σε όλα σχεδόν τα ποντιακά περιοδικά που εκδόθηκαν από το 1936 και έπειτα. Ο ίδιος, με τη μετριοφροσύνη που τον διέκρινε, δεν αποζητούσε τιμές ούτε δικαιώματα για τον πλούσιο θησαυρό που μας άφησε. Στο «Τετράδιο», τελευταίο ποίημα της συλλογής του «Ο Τραβωδι͜άνον», γράφει:
«Έναν εγκάλιαν μάραντα έγκα ας σον παρχάριν
κι εντάμαν το τετράδιον όθεν τα τραβωδίας
ντο έγραψα με τη σειράν, σα χρόνια ντο εδέβαν.
Ευρετικά ’κι ψαλαφώ, τάξιμον ’κι αναμένω…»
Στην ποντιακή λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1939 με το ποίημά του «Το Γήτεμαν», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ποντιακά Φύλλα». Το πρώτο ποίημα ακολούθησαν κι άλλα: «Ο Τσ̌οπάνον», «Η Μάννα», «Ο Τραβωδι͜άνον», «Ο Δήμον ο Κεμεντζ̌ετσ̌ής» και άλλα, που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Χρονικά του Πόντου».
Ο Ηλίας Τσιρκινίδης υπογραμμίζει σε σχετικό κείμενό του στην «Ποντιακή Εστία»: «Οτιδήποτε γράφτηκε ή γράφεται στον έμμετρο και πεζό λόγο, έχει τη σφραγίδα της Ποντιακής νοσταλγίας. Της νοσταλγίας των τόπων, όπου κάθε σπιθαμή γης ήταν γνώριμη και χιλιοτραγουδισμένη».
Όλα τα ποιήματα του Ηλία μιλούν για τον Πόντο και για τη ζωή στον Πόντο. Αποτελούν νοσταλγική αναδρομή ενός ανθρώπου με βαθύ δεσμό με την πατρίδα των προγόνων του, παρότι δεν γεννήθηκε εκεί.
Η έκδοση του 1990 με τίτλο «Ο Τραβωδι͜άνον» περιλαμβάνει τις δύο προηγούμενες συλλογές, «Το Γήτεμαν» και «Το Μένεμαν», καθώς και τα ποιήματα που είχε γράψει μέχρι τότε, εννέα στο σύνολο, με εισαγωγικό τίτλο «Στοχασία».
Ακούραστος εργάτης του ποντιακού πνεύματος, ο Ηλίας Τσιρκινίδης μάς άφησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του δύο πρωτότυπες εργασίες: το 1996 το «Πόντιοι Ποιητές – Ανθολόγιο», έκδοση του Συλλόγου Ποντίων «Αργοναύται – Κομνηνοί», και το 1998 το «Ποντιακά Δημοτικά Τραγούδια», δική του έκδοση.
Ποντιακό θέατρο
Βαθύς γνώστης της ποντιακής διαλέκτου, άφησε τη σφραγίδα του και στο ποντιακό θέατρο. Ένα από τα έργα του, «Δαβίδ ο Μέγας Κομνηνός», σε σκηνοθεσία του ίδιου, ανέβηκε από την Ποντιακή Σκηνή του Καλλιτεχνικού Οργανισμού Ποντίων Αθηνών το 1983.
Όπως τα ποιήματά του, έτσι και τα θεατρικά του έργα «Τ’ όρωμαν και το κρίμαν», «Ο πόλεμον κατάρα έν’», «Ιωάννης Καλογιάννης Μ. Κομνηνός» και «Τη Τρίχας το γεφύριν» χαρακτηρίζονται από πλούσιο λεξιλόγιο, ομαλή και γνήσια ποντιακή διάλεκτο και τη λατρεία για καθετί ποντιακό.
Οι διακρίσεις που δεν ήρθαν
Είναι χαρακτηριστικό αυτό που έγραψε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Πάνος Καϊσίδης για τον Ηλία Τσιρκινίδη:
«Το ποιητικό του έργο, γραμμένο εξ ολοκλήρου στην Ποντιακή διάλεκτο, για αυτόν το λόγο και εξ αιτίας άλλων συγκυριών, δεν προβλήθηκε στον βαθμό που του άξιζε. Έτσι περιορίστηκε έως τώρα να διαβάζεται από ένα αναγνωστικό κοινό Ποντίων, κάποιας ηλικίας συνήθως και όχι από το πλατύτερο κοινό, που το συναποτελούν οι Πόντιοι μαζί με τους άλλους Έλληνες. Μάλιστα, αν οι υπόλοιποι Έλληνες, και ειδικότερα οι οικολόγοι, διάβαζαν τον Ηλία Τσιρκινίδη, θα τον είχαν ανακηρύξει ποιητή τους. Αφού το έργο του είναι πλημμυρισμένο από την ομορφιά της φύσης και κύριο χαρακτηριστικό του ποιητή είναι η απέραντη αγάπη για τη φύση. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ηλίας Τσιρκινίδης δεν τιμήθηκε με πανελλήνιες διακρίσεις. Βεβαίως, στην Ελλάδα οι πνευματικοί άνθρωποι συνηθίζεται να τιμώνται μετά θάνατον. Αλλά τις τελευταίες δεκαετίες ξέφυγαν οι Έλληνες από αυτόν τον κανόνα και τίμησαν, όσο ζούσαν, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Γιώργο Σεφέρη και άλλες κορυφαίες μορφές της λογοτεχνίας αναγορεύοντάς τους σε επίτιμους διδάκτορες πανεπιστημίων ή με την απονομή άλλων διακρίσεων. Οι διακρίσεις αυτές απονέμονται, εν ζωή ή μετά θάνατον, σε κορυφαίους ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών ύστερα από εισήγηση κάποιων φορέων… Ο αθόρυβος μέχρι το θάνατό του Ηλίας Τσιρκινίδης, γεμάτος μετριοφροσύνη ποιητής, με το τεράστιο σε ποιότητα έργο του, δεν τιμήθηκε όσο έπρεπε, γιατί οι φορείς των Ποντίων… χορεύουν!»
Τραγούδια (3)
- Μάνα - Μνήμη Γενοκτονίας
- Μη δί’τε με την κεμεντζ̌έν - Πόντος-Καύκασος-Ελλάδα
- Ο Δήμον ο κεμεντζ̌ετζ̌ής/Όλον τον κόσμον θα κουρτώ - Μνήμη Γενοκτονίας