.
.
Πρώτο φως

Μάισσα ζωγραφισμέντσα

Μάισσα ζωγραφισμέντσα
Μάισσα ζωγραφισμέντσα
Μεσανυχτί’ σο φεγγοφώς
λάσ̌κεται σ’ ερημίας
Παντέμορφος, χ̌ιλέμορφος
και τραγωδεί μαΐας
 
Σην ποταμέαν σύναυγα
και σα πετεινολάλι͜α
Τα ξανθομάλλι͜α τ’ς μυρολούζ’
και ’ίν’νταν μυρομάλλι͜α
 
Του παρχαρί’ αρχόντεσσα
αυγίσ̌κεται και σ’κούται
Περήφανα ντο στημνοδέν’
τα μὲσα τ’ς κι απορθούται
 
Σ’ ορμάν’ καματερέσσα έν’,
σ’ ομάλια προκομμέντσα
Ν’ αϊλί εμέν π’ εγάπεσα
μάισσα ζωγραφισμέντσα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
απορθούταιτακτοποιείται
αρχόντεσσααρχόντισσα
αυγίσ̌κεταιλάμπει από καθαριότητα
εγάπεσααγάπησα
έν’είναι
ερημίαςερημιές
ζωγραφισμέντσαζωγραφισμένη, ζωγραφιστή
’ίν’ντανγίνονται
καματερέσσακαματερή, εργατική
λάσ̌κεταιπεριφέρεται, τριγυρνά, περιπλανιέται ἀλάομαι/ηλάσκω gr
μαΐαςμάγια
μάισσαμάγισσα
μὲσα(τα) η μέση
μεσανυχτί’την ώρα του μεσονυχτίου
μυρολούζ’λούζω/ει με μύρο
μυρομάλλι͜αμαλλιά μυρωμένα που αποπνέουν μύρο
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ξανθομάλλι͜αξανθά μαλλιά
ομάλιαομαλοί δρόμοι, ευθείες, πεδιάδες, ομαλά (επίρρ)
ορμάν’δάσος orman tr
παντέμορφοςπανέμορφη
παρχαρί’θερινού βοσκότοπου (παρχαριού)
πετεινολάλι͜αχαράματα, η ώρα που λαλούν οι πετεινοί
ποταμέανπαραποτάμιος τόπος
προκομμέντσαπροκομμένη
σ’κούταισηκώνεται
στημνοδέν’κυριολ. διευθετώ την ρόκα στον αργαλειό, μτφ. δένει ωραία και με καλαισθησία, σφίγγει την ζώνη στην μέση
σύναυγαχαράματα, την αυγή
τραγωδείτραγουδάει
φεγγοφώςτο φως του φεγγαριού
χ̌ιλέμορφοςχιλιόμορφος/η
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
απορθούταιτακτοποιείται
αρχόντεσσααρχόντισσα
αυγίσ̌κεταιλάμπει από καθαριότητα
εγάπεσααγάπησα
έν’είναι
ερημίαςερημιές
ζωγραφισμέντσαζωγραφισμένη, ζωγραφιστή
’ίν’ντανγίνονται
καματερέσσακαματερή, εργατική
λάσ̌κεταιπεριφέρεται, τριγυρνά, περιπλανιέται ἀλάομαι/ηλάσκω gr
μαΐαςμάγια
μάισσαμάγισσα
μὲσα(τα) η μέση
μεσανυχτί’την ώρα του μεσονυχτίου
μυρολούζ’λούζω/ει με μύρο
μυρομάλλι͜αμαλλιά μυρωμένα που αποπνέουν μύρο
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ξανθομάλλι͜αξανθά μαλλιά
ομάλιαομαλοί δρόμοι, ευθείες, πεδιάδες, ομαλά (επίρρ)
ορμάν’δάσος orman tr
παντέμορφοςπανέμορφη
παρχαρί’θερινού βοσκότοπου (παρχαριού)
πετεινολάλι͜αχαράματα, η ώρα που λαλούν οι πετεινοί
ποταμέανπαραποτάμιος τόπος
προκομμέντσαπροκομμένη
σ’κούταισηκώνεται
στημνοδέν’κυριολ. διευθετώ την ρόκα στον αργαλειό, μτφ. δένει ωραία και με καλαισθησία, σφίγγει την ζώνη στην μέση
σύναυγαχαράματα, την αυγή
τραγωδείτραγουδάει
φεγγοφώςτο φως του φεγγαριού
χ̌ιλέμορφοςχιλιόμορφος/η
Μάισσα ζωγραφισμέντσα
Μάισσα ζωγραφισμέντσα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost