.
.
Ο μπεκιάρτς και το κορτσόπον/Ο φέγγον και ο Γώγος

Ο μπεκιάρτς και το κορτσόπον

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ο μπεκιάρτς και το κορτσόπον
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τη θάλασσας το νερόν
[και] αλυκόν έν’, αλυκόν
Τη κουτσ̌ής το φίλεμαν
[βάι!] σον πεκιάρ’ έν’ γιατρικόν

Μάνα, η νύφε τ’ εμόν
[και] ατέ θα φέρ’-τ- σε νερόν
Σα ξύλα -ν- ατέ θα πάει
[και/βάι! κι] ήντι͜αν λες ατέν θ’ ευτάει [α’]

Κορτσόπον τίνος είσαι;
Μήλον κόκκινον είσαι
Παχ̌υμένον κι έμορφον
[βάι!] μασεματικόν είσαι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
α’(ατό) αυτό, το
αλυκόναλμυρό/ή
ατέαυτή
ατέναυτήν
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έμορφονόμορφο
έν’είναι
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω gr
ήντι͜ανοτιδήποτε, ό,τι
κορτσόπονκοριτσάκι
κουτσ̌ήςκόρης
μασεματικόναυτό που είναι για μάσημα
νύφενύφη
παχ̌υμένονπαχυμένο, καλοθρεμμένο, παχύ, τροφαντό
πεκιάρ’(γεν. αιτ. ενικ.) εργένη, (ονομ. πληθ.) εργένηδες bekâr/bekār trae
τίνοςποιού;
φέρ’φέρνω/ει
φίλεμανφιλί
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
α’(ατό) αυτό, το
αλυκόναλμυρό/ή
ατέαυτή
ατέναυτήν
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έμορφονόμορφο
έν’είναι
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω gr
ήντι͜ανοτιδήποτε, ό,τι
κορτσόπονκοριτσάκι
κουτσ̌ήςκόρης
μασεματικόναυτό που είναι για μάσημα
νύφενύφη
παχ̌υμένονπαχυμένο, καλοθρεμμένο, παχύ, τροφαντό
πεκιάρ’(γεν. αιτ. ενικ.) εργένη, (ονομ. πληθ.) εργένηδες bekâr/bekār trae
τίνοςποιού;
φέρ’φέρνω/ει
φίλεμανφιλί
Ο μπεκιάρτς και το κορτσόπον

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost