.
.
Ποντιακά παραδοσιακά τραγούδια

Εσύ που είσαι έμορφος

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Εσύ που είσαι έμορφος
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Εσύ που είσαι -ν- έμορφος
γιατί ’κ’ ευτάς το ψ̌όπο σ’;
[γιαρ/ γιαρ, γιαρ]
Όντες πας σον παράδεισον
χαζίρ να έν’ ο τόπο σ’ [γιαρ]

Κορτσόπον πολλά έμορφον,
και ντό πολλά αγαπώ σε!
[γιαρ/ γιαρ, γιαρ]
Πασ̌κείμ ντο ’κ’ εγροικάς ατο
όνταν/πάντα πυκνοτερώ σε; [γιαρ]

Κορτσόπον πολλά έμορφον,
η μαχαλά σ’ τιμά σε
[γιαρ/ γιαρ, γιαρ]
Αρ’ όσον ντ’ αγαπώ σε εγώ
η μάνα σ’ ’κ’ αγαπά σε [γιαρ]

♫

Έναν άστρεν εξήβεν
σην ανατολήν
αρ’ έναν κι άλλο εξήβεν
σο Τεβέποϊν
Αρ’ έναν κι άλλο εξήβεν
σο Καράκαπαν
Και -ν- αρ’ έναν κι άλλο εξήβεν
σ’ Αρμαλού το Χὰν’ [γιαρ]

Σοφίτσα μ’, έξ’ μ’ εβγαίνεις
και μη φαίνεσαι
Ελέπ’νε σε και τ’ άστρα
και μαραίνεσαι
Και τη δεντρού τα φύλλα,
ξαν, ζελεύ’νε σε [γιαρ]

Λισάφ’, άνοιξον το τουλάπ’
[Έι! πουλί μ’, ξαν, αρνί μ’!]
και δος μα ένα μήλον
[Ποδεδίζω σε/ Άι! σ̌κυλοκούταβο μ’, γιαρ]
Άνοιξον το παράθυρο σ’
[Έι! πουλί μ’, ξαν, αρνί μ’!/Έλα, έλα λέγω σε]
ας ελέπω τον ήλιον
[Κομμενόχρονε μ’/Έλα, έλα λέγω σε -ν]

Σοφίτσα μ’, έξ’ μ’ εβγαίνεις
και μη φαίνεσαι
Ελέπ’νε σε και τ’ άστρα
και μαραίνεσαι
Τα παλληκάρι͜α τρέχ’νε
κι αραεύ’νε σε [γιαρ]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άνοιξον(προστ.) άνοιξε
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
αραεύ’νεψάχνουν, αναζητούν, γυρεύουν aramak tr
Αρμαλού το χὰν’το Χάνι του Αρμαλού (ή Αρμανλού), φημισμένο πανδοχείο στην περιοχή της Κρώμνης στον Πόντο Harmanlı Han tr
άστρενάστρο
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr ir
δεντρούδέντρου
δοςδώσε
δος μαδώσε μου
εγροικάςκαταλαβαίνεις
ελέπ’νεβλέπουνε
ελέπωβλέπω
έμορφονόμορφο
έμορφοςόμορφος/η
έν’είναι
έναν κι άλλοάλλο ένα, ένα ακόμη
έξ’έξω ή ο αριθμός έξι
εξήβενβγήκε
ευτάςκάνεις, φτιάχνεις εὐθειάζω gr
ζελεύ’νεζηλεύουν
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
Καράκαπανονομασία βουνού στην σημ. Τουρκία, στα ανατολικά όρια της Άνω Ματσούκας και με υψόμετρο 2,4 χλμ Karakaban< kara (=μαύρο) + kaban (կաբան=κορυφή, απότομος λόφος) tram
κομμενόχρονεαυτός που είθε να του κοπούν τα χρόνια
κορτσόπονκοριτσάκι
Λισάφ’Ελισσάβετ
μαχαλάγειτονιά mahalle/maḥalle trae
ξανπάλι, ξανά
όντανόταν
όντεςόταν
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
πυκνοτερώκοιτάζω συχνά
Τεβέποϊν(ή Τεβέ-Μποΐ) ύψωμα στην περιοχή της Κρώμνης deve boyun (κυριολ. λαιμός της καμήλας, μτφ. κάτι που έχει καμπυλωτό σχήμα)) tr
τουλάπ’ντουλάπι dolap/dūlāb trae
τρέχ’νετρέχουν
χαζίρέτοιμος/ο/η hazır/ḥāżir trae
χὰν’χάνι, πανδοχείο han/ḫān trir
ψ̌όποψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άνοιξον(προστ.) άνοιξε
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
αραεύ’νεψάχνουν, αναζητούν, γυρεύουν aramak tr
Αρμαλού το χὰν’το Χάνι του Αρμαλού (ή Αρμανλού), φημισμένο πανδοχείο στην περιοχή της Κρώμνης στον Πόντο Harmanlı Han tr
άστρενάστρο
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr ir
δεντρούδέντρου
δοςδώσε
δος μαδώσε μου
εγροικάςκαταλαβαίνεις
ελέπ’νεβλέπουνε
ελέπωβλέπω
έμορφονόμορφο
έμορφοςόμορφος/η
έν’είναι
έναν κι άλλοάλλο ένα, ένα ακόμη
έξ’έξω ή ο αριθμός έξι
εξήβενβγήκε
ευτάςκάνεις, φτιάχνεις εὐθειάζω gr
ζελεύ’νεζηλεύουν
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
Καράκαπανονομασία βουνού στην σημ. Τουρκία, στα ανατολικά όρια της Άνω Ματσούκας και με υψόμετρο 2,4 χλμ Karakaban< kara (=μαύρο) + kaban (կաբան=κορυφή, απότομος λόφος) tram
κομμενόχρονεαυτός που είθε να του κοπούν τα χρόνια
κορτσόπονκοριτσάκι
Λισάφ’Ελισσάβετ
μαχαλάγειτονιά mahalle/maḥalle trae
ξανπάλι, ξανά
όντανόταν
όντεςόταν
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
πυκνοτερώκοιτάζω συχνά
Τεβέποϊν(ή Τεβέ-Μποΐ) ύψωμα στην περιοχή της Κρώμνης deve boyun (κυριολ. λαιμός της καμήλας, μτφ. κάτι που έχει καμπυλωτό σχήμα)) tr
τουλάπ’ντουλάπι dolap/dūlāb trae
τρέχ’νετρέχουν
χαζίρέτοιμος/ο/η hazır/ḥāżir trae
χὰν’χάνι, πανδοχείο han/ḫān trir
ψ̌όποψυχούλα
Εσύ που είσαι έμορφος

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost