.
.
Βεσιάτ’

Το βαριέτ’

Το βαριέτ’
Ση ζήσην έρθα εφτωχός
και εφτωχός θα φεύω
Τη ψ̌ης ι-μ’ τα μαλάματα
άμον ζεγκίντς χαρτσεύω

Το ζεγκινλούκ’ ’κ’ εζέλεψα,
έμπρι͜α τ’ ’κι κοντοστέκω
Τη εφτωχ̌είας το ποράν’
ξάι σο σ̌κοινίν ’κι θέκω

Τ’ εμόν όλιον το βαριέτ’,
τα κόπους και τ’ αμέκια
Εδούλεψα, ογράσ̌εψα,
επέμ’νανε τα τέρτι͜α μ’

Τ’ εμόν όλιον το βαριέτ’,
έναν τρανόν καρδίαν
Απέσ’ αθε αναπάεται
όλεν η Ρωμανία
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αθε(αντων. γ’ προσώπ.) του/της από το ομηρικό έθεν (< ε + επίθημα -θεν, πρβλ. εμέθεν, σέθεν). Η ψίλωση έθεν > εθε προτιμήθηκε για ομοιομορφία με τους τύπους που αρχίζουν από α- gr
αμέκιακόποι, μόχθοι, προσπάθειες emek tr
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αναπάεταιαναπαύεται, ξεκουράζεται
απέσ’μέσα
βαριέτ’πλούτος, περιουσία variyet tr
εζέλεψαζήλεψα
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έμπρι͜αμπροστά ἐμπρός gr
επέμ’νανεαπόμειναν
έρθαήρθα
εφτωχ̌είαςφτώχειας
εφτωχόςφτωχός
ζεγκινλούκ’πλούτος zenginlik/sengīn trir
ζεγκίντςπλούσιος zengin/sengīn trir
θέκωθέτω, τοποθετώ, βάζω
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κοντοστέκωκοντοστέκομαι, διστάζω
ξάικαθόλου
ογράσ̌εψα(αμτβ) πάσχισα, πάλεψα uğraşmak tr
όλενόλη/ο, ολόκληρη/ο
όλιονόλο, ολόκληρο
ποράν’μπόρα, καταιγίδα boran<βενετ. bora<λατ. Boreas <Βορέας (αντιδάνειο) tritgr
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
τρανόνμεγάλος
φεύωφεύγω
χαρτσεύωξοδεύω harcamak tr
ψ̌ηςψυχής
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αθε(αντων. γ’ προσώπ.) του/της από το ομηρικό έθεν (< ε + επίθημα -θεν, πρβλ. εμέθεν, σέθεν). Η ψίλωση έθεν > εθε προτιμήθηκε για ομοιομορφία με τους τύπους που αρχίζουν από α- gr
αμέκιακόποι, μόχθοι, προσπάθειες emek tr
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αναπάεταιαναπαύεται, ξεκουράζεται
απέσ’μέσα
βαριέτ’πλούτος, περιουσία variyet tr
εζέλεψαζήλεψα
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έμπρι͜αμπροστά ἐμπρός gr
επέμ’νανεαπόμειναν
έρθαήρθα
εφτωχ̌είαςφτώχειας
εφτωχόςφτωχός
ζεγκινλούκ’πλούτος zenginlik/sengīn trir
ζεγκίντςπλούσιος zengin/sengīn trir
θέκωθέτω, τοποθετώ, βάζω
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κοντοστέκωκοντοστέκομαι, διστάζω
ξάικαθόλου
ογράσ̌εψα(αμτβ) πάσχισα, πάλεψα uğraşmak tr
όλενόλη/ο, ολόκληρη/ο
όλιονόλο, ολόκληρο
ποράν’μπόρα, καταιγίδα boran<βενετ. bora<λατ. Boreas <Βορέας (αντιδάνειο) tritgr
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
τρανόνμεγάλος
φεύωφεύγω
χαρτσεύωξοδεύω harcamak tr
ψ̌ηςψυχής
Το βαριέτ’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost