.
.
Παρχαρόπουλον

Γεραλίν καρδία

Γεραλίν καρδία
Ο κόσμος με τον κόσμον ζει,
εγώ με τα πελιάδες [γιαρ]
Ν’ αϊλί εμέναν τον καρίπ’
η καρδι͜ά μ’ έχ̌’ γεράδες [νέι]

Πουλόπα, τριγυλίστε με,
δώστε με παρ’γορίαν [νέι]
Άλλο τακάτ’ ’κ’ επέμ’νε με
εκάεν η καρδία μ’ [νέι]

Μάνα, μη τυρα̤ννίεσαι
και για τ’ εμά τα πόνι͜α [γιαρ]
Η μοίρα μ’ έτονε αέτσ’
να υποφέρω χρόνι͜α [νέι]

Εγώ -ν- ας σ’ εγεννέθα κιάν’
μαύρον ζωήν ευτάγω [νέι]
Η ψ̌η μ’ θ’ αναπάεται
σον Άδην όντες πάγω [νέι]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αέτσ’έτσι
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αναπάεταιαναπαύεται, ξεκουράζεται
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου • (ας σο) από το/τα • (ας σοι) από τους
γεράδεςπληγές, τραύματα yara tr
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr ir
εγεννέθαγεννήθηκα
εκάενκάηκε
εμάδικά μου
επέμ’νεαπόμεινε
έτονεήταν
ευτάγωκάνω, φτιάχνω εὐθειάζω gr
έχ̌’έχει
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καρίπ’μοναχικό, ορφανό, εξαθλιωμένο garip/ġarīb trae
κιάν’και άνω, και εξής, και πέρα
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
όντεςόταν
παρ’γορίανπαρηγοριά
πελιάδεςβάσανα, σκοτούρες bela tr
πόνι͜απόνοι
πουλόπαπουλάκια
τακάτ’δύναμη, αντοχή takat/ṭāḳat trae
τριγυλίστε(προστ.) τριγυρίστε, περιτριγυρίστε
τυρα̤ννίεσαιτυραννιέσαι, ταλαιπωριέσαι
ψ̌ηψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αέτσ’έτσι
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αναπάεταιαναπαύεται, ξεκουράζεται
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου • (ας σο) από το/τα • (ας σοι) από τους
γεράδεςπληγές, τραύματα yara tr
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr ir
εγεννέθαγεννήθηκα
εκάενκάηκε
εμάδικά μου
επέμ’νεαπόμεινε
έτονεήταν
ευτάγωκάνω, φτιάχνω εὐθειάζω gr
έχ̌’έχει
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καρίπ’μοναχικό, ορφανό, εξαθλιωμένο garip/ġarīb trae
κιάν’και άνω, και εξής, και πέρα
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
όντεςόταν
παρ’γορίανπαρηγοριά
πελιάδεςβάσανα, σκοτούρες bela tr
πόνι͜απόνοι
πουλόπαπουλάκια
τακάτ’δύναμη, αντοχή takat/ṭāḳat trae
τριγυλίστε(προστ.) τριγυρίστε, περιτριγυρίστε
τυρα̤ννίεσαιτυραννιέσαι, ταλαιπωριέσαι
ψ̌ηψυχή
Γεραλίν καρδία

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost