.
.
Κορίτσ’ καματερόν, νύφε στολίζ’ν’ ατεν

Ανάθεμα σε, ξενιτά̤

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ανάθεμα σε, ξενιτά̤
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ανάθεμα σε, ξενιτά̤,
σον τόπον ντο κρατείς με!
Εμαύρυνες το καρδόπο μ’
εμέν ξάι ’κι πονείς με

Ν’ αϊλί που αποχωρίεται
ας ση μάναν και κύρη!
Ατότε έν’ που πίν’ α̤το
το φαρμάκ’ με ποτήρι

Ν’ αϊλί που αποχωρίεται
μακρά -ν- ας ση γαρήν ατ’
Μουατσ̌ουρλούκ’ πάντα θα σύρ’,
θα τυρα̤ννίζ’ την ψ̌ην ατ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αποχωρίεταιαποχωρίζεται
ατότετότε
γαρήν(αιτ.) γυναίκα karı tr
εμαύρυνεςμαύρισες
έν’είναι
καρδόποκαρδούλα
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κρατείςκρατάς
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μουατσ̌ουρλούκ’προσφυγιά, μετανάστευση muhacirlik tr
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ξάικαθόλου
ξενιτά̤ξενιτειά
πίν’πίνω/ει
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
τυρα̤ννίζ’τυραννάω/ει, ταλαιπωρώ/εί
φαρμάκ’φαρμάκι, δηλητήριο
ψ̌ηνψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αποχωρίεταιαποχωρίζεται
ατότετότε
γαρήν(αιτ.) γυναίκα karı tr
εμαύρυνεςμαύρισες
έν’είναι
καρδόποκαρδούλα
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κρατείςκρατάς
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μουατσ̌ουρλούκ’προσφυγιά, μετανάστευση muhacirlik tr
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ξάικαθόλου
ξενιτά̤ξενιτειά
πίν’πίνω/ει
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
τυρα̤ννίζ’τυραννάω/ει, ταλαιπωρώ/εί
φαρμάκ’φαρμάκι, δηλητήριο
ψ̌ηνψυχή
Ανάθεμα σε, ξενιτά̤
Σημειώσεις
¹ Η αρχική εκδοχή του διστίχου καταγράφεται ως «κι αφήν’»

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost