.
.
Ποντιακό γλέντι

Μήλον κόκκινον

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Μήλον κόκκινον
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ε! κόρη, τίνος είσαι;
Μήλον κόκκινον είσαι
Παχ̌υμένον κι έμορφον
μασεματικόν είσαι
[ποδεδίζω σε!/ε! ν’ αϊλί εμέν!]

Ακεί πέραν έστεκεν
την κάλτσαν ατ’ς έπλεκεν
Είπ’ ατέναν «Έλα αδά»
το λαλόπο μ’ χαμελά
[ποδεδίζω σε!/ε! ν’ αϊλί εμέν!]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αδάεδώ
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ακείεκεί
ατέναναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
έμορφονόμορφο
έστεκενστεκόταν
λαλόποφωνούλα
μασεματικόναυτό που είναι για μάσημα
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
παχ̌υμένονπαχυμένο, καλοθρεμμένο, παχύ, τροφαντό
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
τίνοςποιού;
χαμελάχαμηλά
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αδάεδώ
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ακείεκεί
ατέναναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
έμορφονόμορφο
έστεκενστεκόταν
λαλόποφωνούλα
μασεματικόναυτό που είναι για μάσημα
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
παχ̌υμένονπαχυμένο, καλοθρεμμένο, παχύ, τροφαντό
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
τίνοςποιού;
χαμελάχαμηλά
Μήλον κόκκινον

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost