.
.
Εμείς οι Ποντοπρόσφυγες

Η ξενιτείαν π’ ένοιξεν

Η ξενιτείαν π’ ένοιξεν
Την ξενιτείαν π’ ένοιξεν
τον πόνον ξάι ’κ’ εγνώρτσεν [όι]
Μωρά, παιδία, ορφανίγαν
αντρόγυνα εχώρτσεν [όι]

Ατό τρανόν κακόν έτον
ανθρώπ’ εμουν ντ’ εχάθαν [όι]
Επήγαν κι άλλο ’κ’ έρθανε
τ’ οσπίτι͜α τουν ορφάντσαν [όι]

Με τα αγκάλι͜ας ανοιχτά
και την ευχ̌ήν ευτάμε -ν [όι]
Να κλώσκουστουν σα τόπι͜α σουν
αγγέλ’ να βοηθάνε [όι]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγγέλ’(ονομ. πληθ.) άγγελοι, (γεν.) αγγέλου
ανθρώπ’άνθρωποι
ατόαυτό
εγνώρτσενγνώρισε
εμουνμας
ένοιξενάνοιξε
έρθανεήρθαν
έτονήταν
ευτάμεκάνουμε, φτιάχνουμε εὐθειάζω gr
εχάθανχάθηκαν
εχώρτσενχώρισε, ξεχώρισε, διάλεξε
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κλώσκουστουν(αμετάβ.) γυρίζετε, επιστρέφετε
ξάικαθόλου
ορφανίγανορφάνεψαν
ορφάντσανάφησαν κπ ορφανό
οσπίτι͜ασπίτια hospitium<hospes it
παιδίαπαιδιά
σουνσας
τόπι͜ατόποι, μέρη
τουντους
τρανόνμεγάλος
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγγέλ’(ονομ. πληθ.) άγγελοι, (γεν.) αγγέλου
ανθρώπ’άνθρωποι
ατόαυτό
εγνώρτσενγνώρισε
εμουνμας
ένοιξενάνοιξε
έρθανεήρθαν
έτονήταν
ευτάμεκάνουμε, φτιάχνουμε εὐθειάζω gr
εχάθανχάθηκαν
εχώρτσενχώρισε, ξεχώρισε, διάλεξε
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κλώσκουστουν(αμετάβ.) γυρίζετε, επιστρέφετε
ξάικαθόλου
ορφανίγανορφάνεψαν
ορφάντσανάφησαν κπ ορφανό
οσπίτι͜ασπίτια hospitium<hospes it
παιδίαπαιδιά
σουνσας
τόπι͜ατόποι, μέρη
τουντους
τρανόνμεγάλος
Η ξενιτείαν π’ ένοιξεν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost