.
.
Τριαντάφυλλον κομμένον

Έλα να ποδεδίζω σε

Έλα να ποδεδίζω σε
Τη μάνα μ’ στυχαρι͜άστ’ ατεν,
το παιδίν ατ’ς έχ̌’ κι έρ’ται
Ας αναλλάζ’ τη νύφεν ατ’ς
σην απαντή μ’ ας έρ’ται

Το πόιν ατ’ς απ’ αδά κι απάν’
ενός φράγκου λαμπάδαν
Είδα ’τεν και κάτ’ έπαθα,
ν’ αϊλί τ’ εμόν τη μάναν!

Έλα να ποδεδίζω σε,
κοκκινοφορεμέντσα
Έκαψες το καρδόπο μου,
νε σ̌κύλ’ αφορισμέντσα

Έλυσα το σπαρέλ’ν εθε,
χάραξαν τα ραχ̌ία
Μανίτσα μ’, άλλο ’κ’ είδα εγώ
αΐκα -ν- άσπρα ψ̌ήα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αδάεδώ
αΐκατέτοια/ες
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αναλλάζ’φοράει τα καλά/γιορτινά ρούχα
απάν’πάνω
απαντήπροϋπάντηση, συνάντηση
ατεναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
αφορισμέντσααφορισμένη, αναθεματισμένη
εθε(αντων. γ’ προσώπ.) του/της από το ομηρικό έθεν (< ε + επίθημα -θεν, πρβλ. εμέθεν, σέθεν). Η ψίλωση έθεν > εθε προτιμήθηκε για ομοιομορφία με τους τύπους που αρχίζουν από α- gr
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έρ’ταιέρχεται
έχ̌’έχει
έχ̌’ κι έρ’ταιείναι στον ερχομό, έρχεται
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καρδόποκαρδούλα
κάτ’κάτι
μανίτσαμανούλα
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
να ποδεδίζωνα χαρώ κπ
νύφεννύφη
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
πόινύψος, μπόι boy tr
ραχ̌ίαράχες, βουνά
σ̌κύλ’(γεν.) σκύλου
σπαρέλ’νμέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
στυχαρι͜άστ’(προστ.) συγχαρείτε, αγγείλετε το ευχάριστο γεγονός
’τεναυτήν
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αδάεδώ
αΐκατέτοια/ες
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αναλλάζ’φοράει τα καλά/γιορτινά ρούχα
απάν’πάνω
απαντήπροϋπάντηση, συνάντηση
ατεναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
αφορισμέντσααφορισμένη, αναθεματισμένη
εθε(αντων. γ’ προσώπ.) του/της από το ομηρικό έθεν (< ε + επίθημα -θεν, πρβλ. εμέθεν, σέθεν). Η ψίλωση έθεν > εθε προτιμήθηκε για ομοιομορφία με τους τύπους που αρχίζουν από α- gr
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έρ’ταιέρχεται
έχ̌’έχει
έχ̌’ κι έρ’ταιείναι στον ερχομό, έρχεται
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καρδόποκαρδούλα
κάτ’κάτι
μανίτσαμανούλα
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
να ποδεδίζωνα χαρώ κπ
νύφεννύφη
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
πόινύψος, μπόι boy tr
ραχ̌ίαράχες, βουνά
σ̌κύλ’(γεν.) σκύλου
σπαρέλ’νμέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
στυχαρι͜άστ’(προστ.) συγχαρείτε, αγγείλετε το ευχάριστο γεγονός
’τεναυτήν
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
Έλα να ποδεδίζω σε

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost