.
.
Η χαρά ’τελέθεν
και η νύφε εψέθεν
σα χωράφι͜α, σα τσαπίσματα
Έτον οκνερία,
ατέ η Μαρία
και -ν- ερχίνωσεν τα πείσματα

Εγώ επαντρεύτα
κι ενοικοκυρεύτα
πασ̌κείμ’ για να τσαπίζω το αμπέλ’;
Ούτε να θερίζω
και να βοτανίζω
και να σύρω κόπρι͜α με το πέλ’

Άτσ̌απα, βρε γάρη,
’κ’ επήρες χαπάρι,
αδά πη δουλεύ’, μανάχον τρώει;
Ομοίασες, τσούνα,
τεμπέλτσα γουρούνα,
το τεμπέλ’κον τη κυρού σ’ το σόι

Έσ’κωσες τη μύτην
σο Μητροπολίτην
Χάιτε ας παίρουμ’ διαζύγιον
Για τ’ εσέν, Μαρία,
’κι χάνω την υεία μ’,
ούτε ’ίνουμ’ υποζύγιον

Αέτσ’ πα εχωρίγαν,
τα δεσμά ελύγαν
Καν’νά ατείν’ ’κ’ εποίκανε μωρόν
Τώρα η Μαρία
σπογγίζ’ τα μαντρία
ση κυρού ατ’ς πάντα όντες μερών’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αδάεδώ
αέτσ’έτσι
ατέαυτή
ατείν’αυτοί
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
άτσ̌απαάραγε, αναρωτιέμαι acaba/ʿacebā trae
γάρη(κλητ.) Ε! γυναίκα karı tr
δουλεύ’δουλεύει
ελύγανέλιωσαν
επαντρεύταπαντρεύτηκα
εποίκανεέκαναν, έφτιαξαν ποιέω-ῶ gr
ερχίνωσενάρχισε
έσ’κωσεςσήκωσες
έτονήταν
εχωρίγανχωρίστηκαν
εψέθενψήθηκε
’ίνουμ’γίνομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καν’νάκανένα
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κόπρι͜ακοπριές, σκατά
κυρούπατέρα
μανάχον(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
μερών’μερώνει, ξημερώνει
νύφενύφη
οκνερίαοκνηρή, τεμπέλα ὀκνηρός < ὄκνος gr
όντεςόταν
παπάλι, επίσης, ακόμα
παίρουμ’παίρνουμε
πασ̌κείμ’μήπως, μήπως (και) πᾶς καί ἔνι gr
πέλ’πατόφτυαρο bel trir
πηπου
σπογγίζ’σκουπίζω/ει
σύρωσέρνω, τραβώ, ρίχνω
’τελέθεν(ετελέθεν) τελείωσε, εξαντλήθηκε
τεμπέλ’κοντεμπέλικο/η tembel/tenbel trir
τεμπέλτσατεμπέλα tembel/tenbel trir
τσούνασκύλα κύων→κύαινα gr
υείαυγεία
χάιτεάντε haydi<hay de (οθωμ.) tr
χαπάριχαμπάρι, είδηση, μαντάτο haber/ḫaber trae
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αδάεδώ
αέτσ’έτσι
ατέαυτή
ατείν’αυτοί
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
άτσ̌απαάραγε, αναρωτιέμαι acaba/ʿacebā trae
γάρη(κλητ.) Ε! γυναίκα karı tr
δουλεύ’δουλεύει
ελύγανέλιωσαν
επαντρεύταπαντρεύτηκα
εποίκανεέκαναν, έφτιαξαν ποιέω-ῶ gr
ερχίνωσενάρχισε
έσ’κωσεςσήκωσες
έτονήταν
εχωρίγανχωρίστηκαν
εψέθενψήθηκε
’ίνουμ’γίνομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καν’νάκανένα
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κόπρι͜ακοπριές, σκατά
κυρούπατέρα
μανάχον(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
μερών’μερώνει, ξημερώνει
νύφενύφη
οκνερίαοκνηρή, τεμπέλα ὀκνηρός < ὄκνος gr
όντεςόταν
παπάλι, επίσης, ακόμα
παίρουμ’παίρνουμε
πασ̌κείμ’μήπως, μήπως (και) πᾶς καί ἔνι gr
πέλ’πατόφτυαρο bel trir
πηπου
σπογγίζ’σκουπίζω/ει
σύρωσέρνω, τραβώ, ρίχνω
’τελέθεν(ετελέθεν) τελείωσε, εξαντλήθηκε
τεμπέλ’κοντεμπέλικο/η tembel/tenbel trir
τεμπέλτσατεμπέλα tembel/tenbel trir
τσούνασκύλα κύων→κύαινα gr
υείαυγεία
χάιτεάντε haydi<hay de (οθωμ.) tr
χαπάριχαμπάρι, είδηση, μαντάτο haber/ḫaber trae
Η Μαρία

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost