.
.
Τ’ ουρανού τα μερτιβένια

Αφορισμένον ποίημαν

Αφορισμένον ποίημαν
fullscreen
Κάτ’ έπαθαν τ’ ομματόπα μ’
και όλιον παρελέπ’νε
Όθεν τερούν ολόερα
θαρρούν εσέν ελέπ’νε

Τον κόσμον εγυρόκλωσα
την γην ’πί γην εποίκα
Πουθέν ’κ’ είδα άμον τ’ εσά
τα μὲσα τ’ ατοσίκα

Η καμονή σ’ εφούρκ’σε με
και λαχουσ̌ήν ’κ’ εβγάλλω
Τ’ έμνοστα τα φιλέματα σ’
πολεμώ ν’ ανασπάλω

Έναν μαναχόν ντως ισ̌μάρ’,
αφορισμένον ποίημαν
Kι ας σου φιλώ σε κι επεκεί
σύρον σ’ εμέν το κρίμαν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
ανασπάλωξεχάσω
ας σουαπό του, από τότε που/αφότου, από αυτό που
ατοσίκατοσοδά
αφορισμένοναφορισμένο, αναθεματισμένο
γην ’πί γην(έκφραση) την γην επί γην εποίκα: «έβαλα τη γη πάνω στη γη», έφερα τα πάνω κάτω, έκανα τα αδύνατα δυνατά, τα γύρισα όλα ανάποδα
εβγάλλωβγάζω
εγυρόκλωσακλωθογύρισα
ελέπ’νεβλέπουνε
έμνοστανόστιμα
επεκείαπό εκεί, από τότε, ύστερα, κατόπιν
εποίκαέκανα, έφτιαξα ποιέω-ῶ
εσάδικά σου/σας
εφούρκ’σεέπνιξε
ισ̌μάρ’νεύμα, νόημα işmar/նշմար
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καμονήκαημός
λαχουσ̌ήνψίθυρος, σιγανή ομιλία
μαναχόν(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
μὲσα(τα) η μέση
ντως(προστ.) χτύπα
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
όλιονόλο, ολόκληρο
ολόεραολόγυρα
ομματόπαματάκια
παρελέπ’νεέχουν παραισθήσεις
πουθένπουθενά
σύρον(προστ.) σύρε, τράβα, ρίξε
τερούνκοιτούν
φιλέματαφιλιά
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
ανασπάλωξεχάσω
ας σουαπό του, από τότε που/αφότου, από αυτό που
ατοσίκατοσοδά
αφορισμένοναφορισμένο, αναθεματισμένο
γην ’πί γην(έκφραση) την γην επί γην εποίκα: «έβαλα τη γη πάνω στη γη», έφερα τα πάνω κάτω, έκανα τα αδύνατα δυνατά, τα γύρισα όλα ανάποδα
εβγάλλωβγάζω
εγυρόκλωσακλωθογύρισα
ελέπ’νεβλέπουνε
έμνοστανόστιμα
επεκείαπό εκεί, από τότε, ύστερα, κατόπιν
εποίκαέκανα, έφτιαξα ποιέω-ῶ
εσάδικά σου/σας
εφούρκ’σεέπνιξε
ισ̌μάρ’νεύμα, νόημα işmar/նշմար
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καμονήκαημός
λαχουσ̌ήνψίθυρος, σιγανή ομιλία
μαναχόν(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
μὲσα(τα) η μέση
ντως(προστ.) χτύπα
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
όλιονόλο, ολόκληρο
ολόεραολόγυρα
ομματόπαματάκια
παρελέπ’νεέχουν παραισθήσεις
πουθένπουθενά
σύρον(προστ.) σύρε, τράβα, ρίξε
τερούνκοιτούν
φιλέματαφιλιά
Αφορισμένον ποίημαν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost