.
.
Ο άνθρωπον τον άνθρωπον φοάται

Ο άνθρωπον τον άνθρωπον φοάται

Ο άνθρωπον τον άνθρωπον φοάται
Κόρη μ’, απάν’ σο ίδρωμα σ’
κι απάν’ ση νεγκασία σ’
Έναν φίλεμαν ας θέκω
σο χ̌ι͜ονάρ’ την καρδία σ’

Τα νεότητα όντες είχα
είχα και νοστιμάδας
Τα χρόνι͜α μ’ επιδέβανε,
εχάθαν τ’ εμορφάδας

Τα χρόνι͜α όσον δι͜αβαίν’νε
η καλοσύνι͜α χάται
Έρθεν καιρός ο άνθρωπον
τον άνθρωπον φοάται

Κουρτώ, κουρτώ, πυκνοκουρτώ,
κουρτώ και ξεροβέχω
Εθαρρώ θα φουρκίουμαι
εσέναν όντες ’κ’ έχω

Έπα ρακίν, έπα κρασίν,
μεθυσμένος εκλώστα
Τα στράτας ι-μ’ δελι͜άουνταν,
τ’ οσπίτι μ’ πα ’κ’ εγνώρτσα

Τα μαλλόπα σ’ εκχ̌ύανε
άμον τσ̌αβταρί’ στάχ̌υ͜α
Ατέ σεβντάν ’κι πιλτουρεύ’,
πεσπελίμ ’κ’ έχ̌’ χαβάσι͜α!
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
απάν’πάνω
ατέαυτή
δελι͜άουντανπεριπλέκονται, μπερδεύονται, σκοντάφτουν θηλιάζω<θῆλυς gr
δι͜αβαίν’νε(για τόπο) περνούν, διασχίζουν, (για χρόνο) περνούν (γενικότερα) περνούν, παύουν, τελειώνουν διαβαίνω gr
εγνώρτσαγνώρισα
εθαρρώθαρρώ, νομίζω, υποθέτω
εκλώστα(αμετάβ.) γύρισα, επέστρεψα
εκχ̌ύανεεκχύθηκαν, χύθηκαν, εξέρρευσαν εκχύνω<ἐγχέω< ἐν + χέω gr
εμορφάδας(ον. πληθ.) ομορφιές ή (γεν. ενικ.) ομορφιάς
έπαήπια
επιδέβανεέφυγαν, άφησαν πίσω, προσπέρασαν, ξεπέρασαν
έρθενήρθε
έχ̌’έχει
εχάθανχάθηκαν
θέκωθέτω, τοποθετώ, βάζω
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καλοσύνι͜ακαλοσύνη
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κουρτώκαταπίνω
μαλλόπαμαλλάκια
νεγκασίακούραση
νεότητανιότη, νιάτα
νοστιμάδαςνοστιμιές
ξεροβέχωξεροβήχω
όντεςόταν
οσπίτισπίτι hospitium<hospes it
παπάλι, επίσης, ακόμα
πεσπελίμπροφανώς besbelli tr
πιλτουρεύ’γνωστοποιεί, ανακοινώνει, μεταδίδει bildirmek tr
πυκνοκουρτώκαταπίνω με μεγάλη συχνότητα
ρακίναλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση φρούτων ή στεμφύλων φρούτων rakı/ˁaraḳī trae
σεβντάναγάπη, έρωτα sevda/sevdā trae
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
τσ̌αβταρί’σίκαλης çavdar tr
φίλεμανφιλί
φοάταιφοβάται
φουρκίουμαιπνίγομαι
χαβάσι͜αευδιαθεσίες, επιθυμίες, γούστα heves trae
χάταιχάνεται
χ̌ι͜ονάρ’κατάλευκο (σαν το χιόνι)
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
απάν’πάνω
ατέαυτή
δελι͜άουντανπεριπλέκονται, μπερδεύονται, σκοντάφτουν θηλιάζω<θῆλυς gr
δι͜αβαίν’νε(για τόπο) περνούν, διασχίζουν, (για χρόνο) περνούν (γενικότερα) περνούν, παύουν, τελειώνουν διαβαίνω gr
εγνώρτσαγνώρισα
εθαρρώθαρρώ, νομίζω, υποθέτω
εκλώστα(αμετάβ.) γύρισα, επέστρεψα
εκχ̌ύανεεκχύθηκαν, χύθηκαν, εξέρρευσαν εκχύνω<ἐγχέω< ἐν + χέω gr
εμορφάδας(ον. πληθ.) ομορφιές ή (γεν. ενικ.) ομορφιάς
έπαήπια
επιδέβανεέφυγαν, άφησαν πίσω, προσπέρασαν, ξεπέρασαν
έρθενήρθε
έχ̌’έχει
εχάθανχάθηκαν
θέκωθέτω, τοποθετώ, βάζω
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καλοσύνι͜ακαλοσύνη
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κουρτώκαταπίνω
μαλλόπαμαλλάκια
νεγκασίακούραση
νεότητανιότη, νιάτα
νοστιμάδαςνοστιμιές
ξεροβέχωξεροβήχω
όντεςόταν
οσπίτισπίτι hospitium<hospes it
παπάλι, επίσης, ακόμα
πεσπελίμπροφανώς besbelli tr
πιλτουρεύ’γνωστοποιεί, ανακοινώνει, μεταδίδει bildirmek tr
πυκνοκουρτώκαταπίνω με μεγάλη συχνότητα
ρακίναλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση φρούτων ή στεμφύλων φρούτων rakı/ˁaraḳī trae
σεβντάναγάπη, έρωτα sevda/sevdā trae
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
τσ̌αβταρί’σίκαλης çavdar tr
φίλεμανφιλί
φοάταιφοβάται
φουρκίουμαιπνίγομαι
χαβάσι͜αευδιαθεσίες, επιθυμίες, γούστα heves trae
χάταιχάνεται
χ̌ι͜ονάρ’κατάλευκο (σαν το χιόνι)
Ο άνθρωπον τον άνθρωπον φοάται

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost