.
.
Εγώ είμαι ας σον Πόντον

Εγώ είμαι ας σον Πόντον

Εγώ είμαι ας σον Πόντον
Εγώ είμαι ας σον Πόντον,
Πόντιος κεμεντσ̌ετσ̌ής
Εγώ είμαι ας σον Πόντον,
Μάτσ̌καλης κεμεντσ̌ετσ̌ής
Τραγωδι͜άνος, μασχαρι͜άνος,
πολλά τσ̌ιμπουσ̌λής

Έλα τ’ εμόν σ̌ιταντάνα!
Έλα τ’ εμόν εγλεντζ̌έ!
Τραγωδώ και για τ’ εσένα
παίζω κεμεντζ̌έ

Έλα, έλα περιστέρι μ’!
’σάν ατόν εσέν που παίρ’!
Έλα, χόρεψον σο χ̌έρι μ’
τ’ εμόν το σ̌εκέρ’

Έλα παρχαρί’ ρομάνα,
μανουσ̌άκι μ’, τουτουγιάν’!
Χόρεψον, νασάν εμέναν,
και σ’ εμόν το γιάν’

Έλα, τύλτσον τα μαλλία σ’
ολόερα ση γούλα μ’
και -ν- ας σο καρδόπο μ’ σβήσον
ντ’ έψ̌ες την βρούλαν

Έλα τη ψ̌ης ι-μ’ το ψ̌όπο μ’!
Έλα του ματί’ μ’ το φως!
Έλα, έμπα σ’ εγκαλιόπο μ’,
σάεψον είμ’ αδελφός
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
βρούλανφλόγα brûler fr
γιάν’πλάι, πλευρά yan tr
γούλαλαιμός gula it
εγκαλιόποαγκαλίτσα
εγλεντζ̌έψυχαγωγικό μέσο, μέσο με το οποίο απασχολείται κάποιος ευχάριστα eğlence tr
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έμπα(προστ.) μπες
έψ̌εςάναψες
καρδόποκαρδούλα
κεμεντζ̌έλύρα kemençe/kemānçe trir
κεμεντσ̌ετσ̌ήςλυράρης kemençeci<kemānçe trir
μανουσ̌άκιμενεξές/βιολέτα մանուշակ (manušak)<manafšak amir
μασχαρι͜άνοςπου προκαλεί γέλιο και ευθυμία, αστείος maskara/masḫara trae
ματί’ματιού
νασάνχαρά σε
ολόεραολόγυρα
παίρ’παίρνω/ει
παρχαρί’θερινού βοσκότοπου (παρχαριού)
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ρομάναπαρχαρομάνα, γυναίκα επιφορτισμένη με την επιμέλεια των ζώων και άλλες γαλακτοκομικές εργασίες στο παρχάρι (θερινό βοσκοτόπι)
σάεψον(προστ.) υπολόγισε, εκτίμησε, λογάριασε saymak tr
’σάν(νασάν) χαρά σε
σβήσον(προστ.) σβήσε
σ̌εκέρ’ζάχαρη, γλυκό/ά şeker < şakar (περσ.) < śakkharā (οψ. σανσκ.) < śárkarā (σανσκριτ.) tririn
σ̌ιταντάνααυτή που τραντάζεται, σείεται ολόκληρη πιθ. εκ του (επιτατ.) συν+τανταλίζω gr
τουτουγιάν’το φυτό αμάραντος (Helichrysum stoechas – Ελίχρυσος ο πολύτιμος) dudiye otu/tutuya tr
τραγωδι͜άνοςτραγουδιστής
τραγωδώτραγουδάω
τσ̌ιμπουσ̌λήςχαροκόπος, εύθυμος, που του αρέσει να γλεντάει cümbüşlü<cunbiş, πιθ. εκ του αρχ. συμπόσιον trirgr
τύλτσον(προστ.) τύλιξε
χόρεψον(προστ.) χόρεψε
ψ̌ηςψυχής
ψ̌όποψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
βρούλανφλόγα brûler fr
γιάν’πλάι, πλευρά yan tr
γούλαλαιμός gula it
εγκαλιόποαγκαλίτσα
εγλεντζ̌έψυχαγωγικό μέσο, μέσο με το οποίο απασχολείται κάποιος ευχάριστα eğlence tr
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έμπα(προστ.) μπες
έψ̌εςάναψες
καρδόποκαρδούλα
κεμεντζ̌έλύρα kemençe/kemānçe trir
κεμεντσ̌ετσ̌ήςλυράρης kemençeci<kemānçe trir
μανουσ̌άκιμενεξές/βιολέτα մանուշակ (manušak)<manafšak amir
μασχαρι͜άνοςπου προκαλεί γέλιο και ευθυμία, αστείος maskara/masḫara trae
ματί’ματιού
νασάνχαρά σε
ολόεραολόγυρα
παίρ’παίρνω/ει
παρχαρί’θερινού βοσκότοπου (παρχαριού)
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ρομάναπαρχαρομάνα, γυναίκα επιφορτισμένη με την επιμέλεια των ζώων και άλλες γαλακτοκομικές εργασίες στο παρχάρι (θερινό βοσκοτόπι)
σάεψον(προστ.) υπολόγισε, εκτίμησε, λογάριασε saymak tr
’σάν(νασάν) χαρά σε
σβήσον(προστ.) σβήσε
σ̌εκέρ’ζάχαρη, γλυκό/ά şeker < şakar (περσ.) < śakkharā (οψ. σανσκ.) < śárkarā (σανσκριτ.) tririn
σ̌ιταντάνααυτή που τραντάζεται, σείεται ολόκληρη πιθ. εκ του (επιτατ.) συν+τανταλίζω gr
τουτουγιάν’το φυτό αμάραντος (Helichrysum stoechas – Ελίχρυσος ο πολύτιμος) dudiye otu/tutuya tr
τραγωδι͜άνοςτραγουδιστής
τραγωδώτραγουδάω
τσ̌ιμπουσ̌λήςχαροκόπος, εύθυμος, που του αρέσει να γλεντάει cümbüşlü<cunbiş, πιθ. εκ του αρχ. συμπόσιον trirgr
τύλτσον(προστ.) τύλιξε
χόρεψον(προστ.) χόρεψε
ψ̌ηςψυχής
ψ̌όποψυχούλα
Εγώ είμαι ας σον Πόντον

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost