.
.
Τραπεζούντα Νο1

Θα τραγωδώ και λέγω σας

Θα τραγωδώ και λέγω σας
Θα τραγωδώ και λέγω σας
οι τ’ εμετέρ’ ντ’ εποίν’ναν
Τ’ έναν τ’ άλλον εγάπαναν
και μουχαπέτ’ ’κ’ εφήν’ναν

Μαζεύκουσανε σον παρχάρ’
και με το πολλά βίον
Έτρωγαν παχ̌ύν ’θόγαλαν,
έπιναν νερόν κρύον

Τοπλαεμέν’ σα τσ̌αΐρι͜α,
έκοβαν με τιρπάνια
Εποίν’ναν το χορτάρ’ τ’λουάδ’,
φορτώναν σα χαϊβάνια

Τα κωδώνια ’μουρδούλιζαν
απάν’ κέσ’ σα ρακάνια
Οι τσ̌οπάν’ ετραγώδ’νανε
κι εσείουσαν τ’ ορμάνια

Ατώρα όλια αγρίεψαν,
τ’ ατσ̌ούκια ετσουπώθαν
Τσουρμάν’, αχάντι͜α και φορκάλ’
τα στράτας εγομώθαν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
απάν’πάνω
ατσ̌ούκιαξέφωτα, ανοιχτωσιές açık tr
ατώρατώρα
αχάντι͜ααγκάθια ἀκάνθιον, υποκορ. του ἄκανθα gr
βίοντο βιος, το σύνολο των ζωντανών που έχει στην ιδιοκτησία του κάποιος, η περιουσία κάποιου
εγάπαναναγαπούσαν
εγομώθανγέμισαν
εμετέρ’ημέτεροι, δικοί μας, οικείοι μας, φίλα προσκείμενοι σ' εμάς ἡμέτερος gr
εποίν’νανέκαναν, έφτιαχναν ποιέω-ῶ gr
εσείουσανσείονταν, κουνιόντουσαν πέρα δώθε δυνατά
ετραγώδ’νανετραγουδούσαν
ετσουπώθανέκλεισαν
εφήν’νανάφηναν
’θόγαλανανθόγαλο, λιπαρή ουσία σαν αφρός που εμφανίζεται στην επιφάνεια του γάλακτος, όταν αυτό βράσει
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κέσ’προς τα εκεί, προς το μέρος εκείνο κέσου<κεῖσ’<κεῖσε<ἐκεῖσε gr
μαζεύκουσανεμαζεύονταν
’μουρδούλιζαν(εμουρδούλιζαν) έβγαζαν υπόκωφο θόρυβο
μουχαπέτ’κουβέντα, φιλική συνομιλία, συνεκδ. φιλική συνεστίαση (συνήθως μετά μουσικής) muhabbet/maḥabbet trae
όλιαόλα
ορμάνιαδάση orman tr
παρχάρ’ορεινός τόπος θερινής βοσκής
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ρακάνιαγήλοφοι rak’ani ≈ რქა (rka=κέρας) lazge
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
τιρπάνιαδρεπάνια tırpan<δρέπανον trgr
τ’λουάδ’νήμα που τυλίγεται με τη βοήθεια τυλιγαδίου (ξύλινης διχαλωτής ράβδου) τυλιγάδι<τυλίγω + -άδι gr
τοπλαεμέν’μαζεμένοι toplama tr
τραγωδώτραγουδάω
τσ̌αΐρι͜αλιβάδια çayır tr
τσ̌οπάν’τσομπάνηδες, βοσκοί, (γεν.) τσομπάνων çoban/çūbān, şūbān trir
τσουρμάν’είδος φυτού αναρριχώμενου το οποίο γινόταν και σκοινί πιθ. εκ του tırmanma (=αναρριχώμενο)
φορκάλ’σκούπα φιλόκαλον gr
χαϊβάνιαζώα hayvan<ḥayvān trae
χορτάρ’χορτάρι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
απάν’πάνω
ατσ̌ούκιαξέφωτα, ανοιχτωσιές açık tr
ατώρατώρα
αχάντι͜ααγκάθια ἀκάνθιον, υποκορ. του ἄκανθα gr
βίοντο βιος, το σύνολο των ζωντανών που έχει στην ιδιοκτησία του κάποιος, η περιουσία κάποιου
εγάπαναναγαπούσαν
εγομώθανγέμισαν
εμετέρ’ημέτεροι, δικοί μας, οικείοι μας, φίλα προσκείμενοι σ' εμάς ἡμέτερος gr
εποίν’νανέκαναν, έφτιαχναν ποιέω-ῶ gr
εσείουσανσείονταν, κουνιόντουσαν πέρα δώθε δυνατά
ετραγώδ’νανετραγουδούσαν
ετσουπώθανέκλεισαν
εφήν’νανάφηναν
’θόγαλανανθόγαλο, λιπαρή ουσία σαν αφρός που εμφανίζεται στην επιφάνεια του γάλακτος, όταν αυτό βράσει
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κέσ’προς τα εκεί, προς το μέρος εκείνο κέσου<κεῖσ’<κεῖσε<ἐκεῖσε gr
μαζεύκουσανεμαζεύονταν
’μουρδούλιζαν(εμουρδούλιζαν) έβγαζαν υπόκωφο θόρυβο
μουχαπέτ’κουβέντα, φιλική συνομιλία, συνεκδ. φιλική συνεστίαση (συνήθως μετά μουσικής) muhabbet/maḥabbet trae
όλιαόλα
ορμάνιαδάση orman tr
παρχάρ’ορεινός τόπος θερινής βοσκής
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ρακάνιαγήλοφοι rak’ani ≈ რქა (rka=κέρας) lazge
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
τιρπάνιαδρεπάνια tırpan<δρέπανον trgr
τ’λουάδ’νήμα που τυλίγεται με τη βοήθεια τυλιγαδίου (ξύλινης διχαλωτής ράβδου) τυλιγάδι<τυλίγω + -άδι gr
τοπλαεμέν’μαζεμένοι toplama tr
τραγωδώτραγουδάω
τσ̌αΐρι͜αλιβάδια çayır tr
τσ̌οπάν’τσομπάνηδες, βοσκοί, (γεν.) τσομπάνων çoban/çūbān, şūbān trir
τσουρμάν’είδος φυτού αναρριχώμενου το οποίο γινόταν και σκοινί πιθ. εκ του tırmanma (=αναρριχώμενο)
φορκάλ’σκούπα φιλόκαλον gr
χαϊβάνιαζώα hayvan<ḥayvān trae
χορτάρ’χορτάρι
Θα τραγωδώ και λέγω σας

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost