Ποντιακός Στίχος

Προβολή Τραγουδιού

Ματσουκάτ’σσα

Ποντιακά | Η ωραία ΦλώριναΠοντιακά | Η ωραία Φλώρινα

Στιχουργοί: Παραδοσιακό

Συνθέτες: Παραδοσιακό

Καλλιτέχνες: Χρήστος Σημαιοφορίδης


Τ’ αρνόπο μ’ κείται -ν- άρρωστον
κι εγώ σύρω τα πόνι͜α
Θεέ μ’, κόψον και δος ατο
τ’ εμά τ’ ημ’σά τα χρόνι͜α

Ε! μάρσα, Ματσουκάτ’σσα,
τα ψ̌ήα σ’ εχ̌ι͜ονάτ’σαν
Έπαρ’ τα κι άμε δέβα πλάν
τ’ ομμάτι͜α μ’ ετσινάκ’σαν

Τ’ αρνί μ’ επαρεξέγκε με
ους τα δύο λιθάρι͜α
Τα δα̤κρόπα τ’ς εκχ̌ύουσαν
κι άμον μαργαριτάρι͜α

Ε! μάρσα, Ματσουκάτ’σσα,
τα ψ̌ήα σ’ εχ̌ι͜ονάτ’σαν
Έπαρ’ τα κι άμε δέβα πλάν
τ’ ομμάτι͜α μ’ ετσινάκ’σαν

Αβτζ̌ής είμαι και κυνηγός
σ’ έμορφα τ’ ορμανόπα
Όνταν θα σύρω ελέπ’ ατεν
οπίσ’ ας σα δεντρόπα

[Ωχ!] Νε! μάρσα, Ματσουκάτ’σσα,
τα ψ̌ήα σ’ εχ̌ι͜ονάτ’σαν
Έπαρ’ τα κι άμε δέβα πλάν
τ’ ομμάτι͜α μ’ ετσινάκ’σαν
Γλωσσάρι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αβτζ̌ήςκυνηγός avcı
άμεσύρε, πήγαινε (προστ.)
άμονσαν, όπως, καθώς
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
ατεναυτήν
δα̤κρόπαδάκρυα (υποκορ.)
δέβαπήγαινε (προστ.)
δεντρόπαδεντράκια
δοςδώσε
εκχ̌ύουσανχύνονταν
ελέπ’βλέπει/βλέπω
εμάδικά μου
έμορφαόμορφα
έπαρ’πάρε (προστ.)
επαρεξέγκεξεπροβόδισε
ετσινάκ’σανέβγαλαν σπίθες, σπινθηροβόλισαν, μτφ. λαμποκόπησαν
εχ̌ι͜ονάτ’σανάσπρισαν (σαν το χιόνι), έλαμψαν από καθαρότητα
ημ’σάμισά
κείταικείτεται, ξαπλώνει
κόψονκόψε (προστ.)
λιθάρι͜αλιθάρια, πέτρες
μάρσαμαύρη, κακόμοιρη, καημένη
ματσουκάτ’σσααυτή που είναι από τη Ματσούκα
ομμάτι͜αμάτια
όντανόταν
οπίσ’πίσω
ορμανόπαδάση
ουςως, μέχρι
πλάνπλάι, πλαϊνό/ παρακείμενο μέρος, παραπέρα
πόνι͜απόνοι
σύρωσέρνω, τραβώ, ρίχνω
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
Σημειώσεις
Πρωτοκυκλοφόρησε σε βινύλιο 45 στροφών της εταιρείας Βεντέττα αρχικά το 1968 [BENTETTA BE 152 (BE - 2292)] και κατόπιν το 1969 [BENTETTA BE 263 (BE - 2293)]

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2024

Τραγούδια: 7955 | Albums/Singles: 1193 | Συντελεστές: 1575 | Λήμματα: 13448
Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr