.
.
Οδοιπορικό στον Πόντο

Ο αντάρτης

Ο αντάρτης
Αντάρτης απάν’ σα βουνά,
αντάρτην εκουβάλ’νεν
Τραματιμένον σο πλευρόν
το αίμαν ατ’ εχάν’νεν

«Άφ’ς με και γλύτωσον τη ψ̌η σ’,
είμαι αποθαμένος!»,
επαρακάλ’νεν κι έλεεν
τον φίλον ο ντωγμένος

-«Έρχουνταν τ’ αποσπάσματα,
τοι δύ’ς πα θα πιάν’νε
Εμέν εσύ ξάι μη νουνί͜εις,
εσέν πα θα κρεμάν’νε»

-«Εντάμαν έμ’νες σο ραχ̌ίν
αν χάνω σε, θα χάμαι!
Ση ζωήν και σο θάνατον,
φίλε, μαζί θα πάμε»
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
απάν’πάνω
αποθαμένοςπεθαμένος
ατ’αυτού/του
άφ’ς(προστ.) άφησε
γλύτωσον(προστ.) γλύτωσε
δύ’ςδύο
εκουβάλ’νενκουβαλούσε
έλεενέλεγε
έμ’νεςήμασταν
εντάμανμαζί
επαρακάλ’νενπαρακαλούσε
έρχουντανέρχονται
εχάν’νενέχανε, έδιωχνε, απέρριπτε κτ
θάνατονθάνατος
κρεμάν’νεκρεμούν
νουνί͜ειςσκέφτεσαι
ντωγμένοςχτυπημένος
ξάικαθόλου
παπάλι, επίσης, ακόμα
πιάν’νεπιάνουν
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
τοιτους/τις
χάμαιχάνομαι, μτφ. πεθαίνω
ψ̌ηψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
απάν’πάνω
αποθαμένοςπεθαμένος
ατ’αυτού/του
άφ’ς(προστ.) άφησε
γλύτωσον(προστ.) γλύτωσε
δύ’ςδύο
εκουβάλ’νενκουβαλούσε
έλεενέλεγε
έμ’νεςήμασταν
εντάμανμαζί
επαρακάλ’νενπαρακαλούσε
έρχουντανέρχονται
εχάν’νενέχανε, έδιωχνε, απέρριπτε κτ
θάνατονθάνατος
κρεμάν’νεκρεμούν
νουνί͜ειςσκέφτεσαι
ντωγμένοςχτυπημένος
ξάικαθόλου
παπάλι, επίσης, ακόμα
πιάν’νεπιάνουν
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
τοιτους/τις
χάμαιχάνομαι, μτφ. πεθαίνω
ψ̌ηψυχή
Ο αντάρτης

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost