.
.
Πουταχάντ’

Πουταχάντ’

Πουταχάντ’
Τρυγόνα μ’, σο Ιλεσλί¹
έρθα να ευρήκω σε
Το βράδον σο πανοΰρ’,
πουλί μ’, να τσ̌ατεύω σε

Χ̌ελιδόνι͜α πού είδες
χ̌ειμωγκονί’ να έρ’τανε;
Καρτολούδες Πουταχάντ’
όλ’ εντάμαν χορεύ’νε
εντάμαν αγαπημέν’
κι εμείς εχωρίγαμε

Αρ’ απάν’ σο μέρωμαν
σο πεγάδ’ όντες θα πας
με τα χ̌έρι͜α μ’ δίγω σε
νερόπον ν’ αποδιψάς

Χ̌ελιδόνι͜α πού είδες
χ̌ειμωγκονί’ να έρ’τανε;
Καρτολούδες Πουταχάντ’
όλ’ εντάμαν χορεύ’νε
εντάμαν αγαπημέν’
κι εμείς εχωρίγαμε

Πόσον θ’ αναμένω σε,
μικρίκον μελαχρινόν;
Ετσουρώθεν το πεγάδ’,
έντον ξεροπέγαδον

Χ̌ελιδόνι͜α πού είδες
χ̌ειμωγκονί’ να έρ’τανε;
Καρτολούδες Πουταχάντ’
όλ’ εντάμαν χορεύ’νε
εντάμαν αγαπημέν’
κι εμείς εχωρίγαμε

Γιά εσύ σ’ εμέν έλα,
γιά εγώ να έρχουμαι
Έλα ας ενώνομε
τα ψ̌ήα ντο έχομε
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγαπημέν’αγαπημένοι
απάν’πάνω
αποδιψάςξεδιψάς
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
βράδονβράδυ
γιάείτε, ή ya/yā trir
δίγωδίνω
εντάμανμαζί
έντονέγινε
έρθαήρθα
έρ’τανεέρχονται
έρχουμαιέρχομαι
ετσουρώθενστέρεψε, αποστραγγίστηκε σειρώ=εκκενώνω, αδειάζω gr
ευρήκωβρίσκω
έχομεέχουμε
εχωρίγαμεχωρίσαμε
μέρωμανξημέρωμα
μικρίκονμικρούλης/α/ικο
νερόποννεράκι
ξεροπέγαδονβρύση/πηγάδι που έχει στερέψει
όλ’όλοι/ες/α
όντεςόταν
πανοΰρ’πανηγύρι
πεγάδ’βρύση
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
τσ̌ατεύωσυναντώ (τυχαία), τυχαίνω çatmak tr
χ̌ειμωγκονί’(γεν.) χειμώνα
χορεύ’νεχορεύουν
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγαπημέν’αγαπημένοι
απάν’πάνω
αποδιψάςξεδιψάς
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
βράδονβράδυ
γιάείτε, ή ya/yā trir
δίγωδίνω
εντάμανμαζί
έντονέγινε
έρθαήρθα
έρ’τανεέρχονται
έρχουμαιέρχομαι
ετσουρώθενστέρεψε, αποστραγγίστηκε σειρώ=εκκενώνω, αδειάζω gr
ευρήκωβρίσκω
έχομεέχουμε
εχωρίγαμεχωρίσαμε
μέρωμανξημέρωμα
μικρίκονμικρούλης/α/ικο
νερόποννεράκι
ξεροπέγαδονβρύση/πηγάδι που έχει στερέψει
όλ’όλοι/ες/α
όντεςόταν
πανοΰρ’πανηγύρι
πεγάδ’βρύση
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
τσ̌ατεύωσυναντώ (τυχαία), τυχαίνω çatmak tr
χ̌ειμωγκονί’(γεν.) χειμώνα
χορεύ’νεχορεύουν
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
Πουταχάντ’
Σημειώσεις
¹ Παλιά ονομασία του χωριού Οινόη Κοζάνης

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost