.
.
Πώς ταγιανί͜εις

Πώς ταγιανί͜εις

Πώς ταγιανί͜εις
fullscreen
Πώς ταγιανί͜εις, Σ̌ιχούνα μου,
και μαυρύντς την καρδία μ’,
κι ευτάς με τη κλαμάτ’ παιδίν
ρουγμένον ση φωτίαν

Άπλωσον το χ̌ερόπο σου,
γιανλάεψον απάν’ ι-μ’
κι όθεν ανεφορίας είν’
σ’ εμέν θ’ ευρήκ’ς τερμάνιν

Όντες βραδύν’ ο βραδι͜ανόν
το νούνιγμα μ’ θαλύνει
Πώς να ινι͜ανεύ’ς σην εγάπη μ’
κι η ψ̌η σ’ να τρυφερύνει;

Άπλωσον το χ̌ερόπο σου,
γιανλάεψον απάν’ ι-μ’
κι όθεν ανεφορίας είν’
σ’ εμέν θ’ ευρήκ’ς τερμάνιν

Εγάπη σ’ μαϊσσωμένον έν’
και πώς ν’ απομαϊσσούται
Ευδία πώς να ’ίνεται
τ’ ομούτ’ ν’ αποδεισούται¹;

Άπλωσον το χ̌ερόπο σου,
γιανλάεψον απάν’ ι-μ’
κι όθεν ανεφορίας είν’
σ’ εμέν θ’ ευρήκ’ς τερμάνιν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ανεφορίαςανηφοριές
απάν’πάνω
άπλωσον(προστ.) άπλωσε
απομαϊσσούταιξεμαγεύεται
βραδι͜ανόντο βράδυ
βραδύν’βραδιάζει
γιανλάεψον(προστ.) γείρε, κάνε στο πλάι, πλεύρισε yanlamak
εγάπηαγάπη
είν’(για πληθ.) είναι
έν’είναι
ευδίακαλοκαιρία
ευρήκ’ςβρίσκεις
ευτάςκάνεις, φτιάχνεις εὐθειάζω
θαλύνει(για φυτό) βγάζει κλαδιά και φύλλα, βλασταίνει θαλύνω<θάλλω
’ίνεταιγίνεται
ινι͜ανεύ’ςπιστεύεις, εμπιστεύεσαι inanmak
μαϊσσωμένονμαγεμένο
μαυρύντςμαυρίζεις
νούνιγμασκέψη
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
ομούτ’ελπίδα umut
όντεςόταν
ρουγμένονριγμένο
Σ̌ιχούναγυναικείο όνομα (αναφ. ηρωίδα παραμυθιού), αγελάδα που έχει λείο και στρωτό τρίχωμα
ταγιανί͜ειςαντέχεις, βαστάς, υπομένεις dayanmak
τερμάνινθεραπεία, γιατρικό, μτφ. δύναμη, ψυχική αντοχή, ενέργεια, μτφ. παρηγοριά derman/darmān
τη κλαμάτ’για κλάματα, σε κακή κατάσταση, αξιολύπητος/η/ο
τρυφερύνειγίνεται τρυφερός/ή/ό, μαλακώνει
χ̌ερόποχεράκι
ψ̌ηψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ανεφορίαςανηφοριές
απάν’πάνω
άπλωσον(προστ.) άπλωσε
απομαϊσσούταιξεμαγεύεται
βραδι͜ανόντο βράδυ
βραδύν’βραδιάζει
γιανλάεψον(προστ.) γείρε, κάνε στο πλάι, πλεύρισε yanlamak
εγάπηαγάπη
είν’(για πληθ.) είναι
έν’είναι
ευδίακαλοκαιρία
ευρήκ’ςβρίσκεις
ευτάςκάνεις, φτιάχνεις εὐθειάζω
θαλύνει(για φυτό) βγάζει κλαδιά και φύλλα, βλασταίνει θαλύνω<θάλλω
’ίνεταιγίνεται
ινι͜ανεύ’ςπιστεύεις, εμπιστεύεσαι inanmak
μαϊσσωμένονμαγεμένο
μαυρύντςμαυρίζεις
νούνιγμασκέψη
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
ομούτ’ελπίδα umut
όντεςόταν
ρουγμένονριγμένο
Σ̌ιχούναγυναικείο όνομα (αναφ. ηρωίδα παραμυθιού), αγελάδα που έχει λείο και στρωτό τρίχωμα
ταγιανί͜ειςαντέχεις, βαστάς, υπομένεις dayanmak
τερμάνινθεραπεία, γιατρικό, μτφ. δύναμη, ψυχική αντοχή, ενέργεια, μτφ. παρηγοριά derman/darmān
τη κλαμάτ’για κλάματα, σε κακή κατάσταση, αξιολύπητος/η/ο
τρυφερύνειγίνεται τρυφερός/ή/ό, μαλακώνει
χ̌ερόποχεράκι
ψ̌ηψυχή
Πώς ταγιανί͜εις
Σημειώσεις
¹ Μορφολογικά ορθότερη θα ήταν η χρήση του ενεργητικού τύπου «αποδεισών’» (καθώς το ρήμα είναι δεισώνω = γίνομαι ομιχλώδης). Στην ποντιακή διάλεκτο δεν υφίσταται παθητική φωνή «δεισούμαι» και, κατ’ επέκταση, ούτε «αποδεισούμαι / αποδεισούται» με την έννοια του «καθαρίζει από την ομίχλη».

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost