.
.
Ποντιακό γλέντι

Κοτσαγγέλ’

fullscreen
Εγώ σ’ αυτόν τον κόσμο
υπαντρεύτηκα [γιαρ]
κι επήρα φραγκοπούλα,
κι ήταν μάισσα [γιαρ]

(Κι) επήρα φραγκοπούλα
κι ήταν μάισσα

Ξένε, ξενιτεμένε μ’
κι ανεγνώριμε [γιαρ]
που πορπατείς στα ξένα,
στα ξένα και στ’ ανεγνώριμα [γιαρ]

Που πορπατείς στα ξένα,
στα ξένα, στ’ ανεγνώριμα

Μαεύ’ς κι εμέν τον ξένον,
τον ξένον, τον αλόξενον

Εμάεψες κι εμένα
τον ξένον, τον αλόξενον

Έμορφα!
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αλόξενονεντελώς ξένο, απομακρυσμένο με τροπή του ο σε α, από το όλος + ξένος
ανεγνώριμαμη γνώριμα, άγνωστα, ξένα
ανεγνώριμεμη γνώριμε, άγνωστε
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
εμάεψεςμάγεψες
έμορφαόμορφα
μαεύ’ςμαγεύεις
μάισσαμάγισσα
πορπατείςπερπατάς
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αλόξενονεντελώς ξένο, απομακρυσμένο με τροπή του ο σε α, από το όλος + ξένος
ανεγνώριμαμη γνώριμα, άγνωστα, ξένα
ανεγνώριμεμη γνώριμε, άγνωστε
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
εμάεψεςμάγεψες
έμορφαόμορφα
μαεύ’ςμαγεύεις
μάισσαμάγισσα
πορπατείςπερπατάς

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost