.
.
Θεού θέλεμαν

Ντο έσυρεν το ψ̌όπο σ’

Ντο έσυρεν το ψ̌όπο σ’
fullscreen
Μαναχόν συ εξέρτς ατο
ντο έσυρεν το ψ̌όπο σ’
Τα γεσιρλούκια εχάραξαν
βαθέα το κορμόπο σ’

Τ’ ολόερα σ’ εδείσωσαν,
τ’ ελάδι σ’ ετελέθεν
Είνας το χ̌έρι σ’ να κρατεί
σα υστερνά σ’ ’κ’ ευρέθεν

Σα πόνι͜α σ’ εσέν έτσ̌ουξαν
κι όλ’ το καλό σ’ ευκέθαν
κι ας σου ερρούξες σο κρεβάτ’
χαμάν εταουτεύταν

Κι ατώρα σο ταφί σ’ απάν’
τεά εσέν κουρφεύ’νε
Ανάπαγον μ’ αφήν’νε σε
εθαρρείς ογρασ̌εύ’νε
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ανάπαγοναναπαυμένο
απάν’πάνω
ας σουαπό του, από τότε που/αφότου, από αυτό που
ατώρατώρα
αφήν’νεαφήνουν
βαθέαβαθιά
γεσιρλούκιακυριολ. αιχμαλωσία, υποδούλωση, μτφ. συναισθηματική υποδούλωση, εξάρτηση, μτφ. ταλαιπωρίες, κακουχίες esirlık<esīr
εδείσωσανσκεπάστηκαν από ομίχλη
εθαρρείςθαρρείς, νομίζεις, υποθέτεις
είναςένας/μία
ελάδιλάδι
εξέρτςξέρεις, γνωρίζεις
ερρούξεςέπεσες
έσυρενέσυρε, τράβηξε, έριξε
εταουτεύτανσκόρπισαν, διασκορπίστηκαν dağıtmak
ετελέθεν(αμτβ.) τελείωσε, εξαντλήθηκε, μτφ. πέθανε
έτσ̌ουξανλυπήθηκαν, συμπόνεσαν σίζω
ευκέθανευχήθηκαν
ευρέθενβρέθηκε
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κορμόποκορμάκι
κουρφεύ’νεπαινεύουν
κρατείκρατάει, βαστάει, στέκει, αντέχει
μαναχόν(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
ογρασ̌εύ’νε(αμτβ) πασχίζουν, παλεύουν uğraşmak
όλ’όλοι/α
ολόεραολόγυρα
πόνι͜απόνοι
ταφίτάφο
τεάτάχα, δήθεν, υποτίθεται deyü (οθωμ. περιόδου)
υστερνάκατοπινά, τελευταία
χαμάναμέσως, ευθύς, μονομιάς hemen/hemān
ψ̌όποψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ανάπαγοναναπαυμένο
απάν’πάνω
ας σουαπό του, από τότε που/αφότου, από αυτό που
ατώρατώρα
αφήν’νεαφήνουν
βαθέαβαθιά
γεσιρλούκιακυριολ. αιχμαλωσία, υποδούλωση, μτφ. συναισθηματική υποδούλωση, εξάρτηση, μτφ. ταλαιπωρίες, κακουχίες esirlık<esīr
εδείσωσανσκεπάστηκαν από ομίχλη
εθαρρείςθαρρείς, νομίζεις, υποθέτεις
είναςένας/μία
ελάδιλάδι
εξέρτςξέρεις, γνωρίζεις
ερρούξεςέπεσες
έσυρενέσυρε, τράβηξε, έριξε
εταουτεύτανσκόρπισαν, διασκορπίστηκαν dağıtmak
ετελέθεν(αμτβ.) τελείωσε, εξαντλήθηκε, μτφ. πέθανε
έτσ̌ουξανλυπήθηκαν, συμπόνεσαν σίζω
ευκέθανευχήθηκαν
ευρέθενβρέθηκε
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κορμόποκορμάκι
κουρφεύ’νεπαινεύουν
κρατείκρατάει, βαστάει, στέκει, αντέχει
μαναχόν(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
ογρασ̌εύ’νε(αμτβ) πασχίζουν, παλεύουν uğraşmak
όλ’όλοι/α
ολόεραολόγυρα
πόνι͜απόνοι
ταφίτάφο
τεάτάχα, δήθεν, υποτίθεται deyü (οθωμ. περιόδου)
υστερνάκατοπινά, τελευταία
χαμάναμέσως, ευθύς, μονομιάς hemen/hemān
ψ̌όποψυχούλα
Ντο έσυρεν το ψ̌όπο σ’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost