.
.
Η ξενιτεία άκλερον
τοπλαεύ’ τα παιδία
Αφήν’νε μάνα και τον κύρ’,
σύρ’νε τη μαναχ̌ίαν

Ο ήλιον εκεί ’κι χουλέν’,
νερόν ’κι κόφτ’ τη δίψαν
Τη παράς το καζάνεμαν,
τη μέραν ευτάει νύχταν

Τα ώρας ’κι τελείντανε,
δουλείαν και χαπίς -ι
Όσον πολλά να κετσ̌ινεύ’ς
ο νους ι-σ’ έν’ οπίσ’ -ι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άκλερονάκληρο, φτωχό, δύστυχο, ταλαίπωρο
αφήν’νεαφήνουν
δουλείανδουλειά
έν’είναι
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω gr
καζάνεμανκέρδος, απόκτηση πλούτου kazanma tr
κετσ̌ινεύ’ςβιοπορίζεσαι, βγάζεις τα προς το ζην geçinmek tr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κόφτ’κόβει
κύρ’πατέρα
μαναχ̌ίανμοναξιά
οπίσ’πίσω
παιδίαπαιδιά
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
σύρ’νεσέρνουν, τραβούν, ρίχνουν
τελείντανε(αμτβ.) τελειώνουν, εξαντλούνται, μτφ. πεθαίνουν
τοπλαεύ’μαζεύω/ει, συγκεντρώνω/ει toplamak tr
χαπίςφυλακή hapis/ḥabs trae
χουλέν’ζεσταίνει, θερμαίνει χλίω/χλιαίνω gr
ώραςώρες
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άκλερονάκληρο, φτωχό, δύστυχο, ταλαίπωρο
αφήν’νεαφήνουν
δουλείανδουλειά
έν’είναι
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω gr
καζάνεμανκέρδος, απόκτηση πλούτου kazanma tr
κετσ̌ινεύ’ςβιοπορίζεσαι, βγάζεις τα προς το ζην geçinmek tr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κόφτ’κόβει
κύρ’πατέρα
μαναχ̌ίανμοναξιά
οπίσ’πίσω
παιδίαπαιδιά
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
σύρ’νεσέρνουν, τραβούν, ρίχνουν
τελείντανε(αμτβ.) τελειώνουν, εξαντλούνται, μτφ. πεθαίνουν
τοπλαεύ’μαζεύω/ει, συγκεντρώνω/ει toplamak tr
χαπίςφυλακή hapis/ḥabs trae
χουλέν’ζεσταίνει, θερμαίνει χλίω/χλιαίνω gr
ώραςώρες
Η ξενιτεία άκλερος

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost