.
.
Ηλιόβρεχ̌η

Τη Γαβρά η τραγωδία

Τη Γαβρά η τραγωδία
fullscreen
-Τραβώδ’, Γαβρά, τραβώδ’, Γαβρά,
νε Γαβροκωνσταντίνε!
-Εμέν ’κι πρέπ’ να τραβωδώ,
μοιρολογώ κι εσύ άκ’σον,
και έμπα απέσ’ σο μαναστήρ’
κι έναν κερόπον άψον.
Αν έρ’τ’ ο Μάρτ’ς ο Μάραντον
κι Απρίλης ο Φονέας,
αν λύουντανε τα χ̌ι͜όνι͜α
και φαίν’νταν τα ρακάνι͜α,
πάσαν τσατσίν σκουλλίν μαλλίν,
πάσαν ορμίν κορμία,
πάσαν λιθάρ’ κρέας παρτσ̌άν
και πάσαν τόπον φρούχνα
και πάσαν παραπόταμον
χ̌ερέαν πάει το αίμαν.
Έρχουν μανάδες κι ερωτούν
και ντό τσ̌οάπ’ θα δίγω;
Έρχουν χ̌ι͜οράδες και ορφανά
και ντό ν’ απολογούμαι;

♫

Τραβώδ’, Γαβρά, τραβώδ’, Γαβρά
και Γαβροκωνσταντίνε!
Νασάν τη μάναν και τον κύρ’,
π’ εγέννεσαν εσέναν!
Όνταν κάθεσαι σ’ άλογον,
τα στράτας όλ’ ανοίγουν,
οι δράκ’ παραμερίζ’νε σε
και τα ραχ̌ι͜ά τρομάζ’νε
Από μακρά γνωρίζ’νε σε
 τ’ Αε-Σερί’ τ’ ομάλια,
τιμούνε σε τα Πάρματα
για την παλληκαρότα̤ σ’!
Τ’ ορμία όλια ’γόμωσες
Σαρακενών κιφάλια.

♫

Γαβρά μ’, ντό στέκεις και τερείς
και τίναν περιμένεις;
Έπαρε το φουσάτο σου
και το Κεμάχ αρ’ δέβα.
Άρδασσα ας έν’ το μαχ̌αίρ’ -τ- σ’,
η Ζάγχα το κοντάρι σ’,
Άτρα τ’ αετοφτέρουγα σ’,
όλεν τη γην ’τ’ ισ̌κιάζ’νε
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αε-Σερί’του αϊ-Σέργιου ή αϊ-Γιώργη
άκ’σον(προστ.) άκουσε
απέσ’μέσα
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
άψον(προστ.) άναψε
γνωρίζ’νεγνωρίζουν
’γόμωσες(εγόμωσες) γέμισες
δέβα(προστ.) πήγαινε
δίγωδίνω
έμπα(προστ.) μπες
έν’είναι
έπαρε(προστ.) πάρε
έρ’τ’(έρ’ται) έρχεται
έρχουνέρχονται
ερωτούνρωτάνε
ισ̌κιάζ’νεσκιάζουν
κερόπονκεράκι
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κιφάλιακεφάλια
κορμίακορμιά
κύρ’πατέρα
λιθάρ’λιθάρι, πέτρα
λύουντανελιώνουν
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μαναστήρ’μοναστήρι
Μάρτ’ςο μήνας Μάρτιος
μαχ̌αίρ’μαχαίρι
νασάνχαρά σε
όλ’όλοι/α
όλενόλη/ο, ολόκληρη/ο
όλιαόλα
ομάλιαομαλοί δρόμοι, ευθείες, πεδιάδες, ομαλά (επίρρ)
όντανόταν
ορμίαρυάκια, ρεματιές
ορμίνρυάκι, ρεματιά
παλληκαρότα̤παλληκαροσύνη, γενναιότητα παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ
παρτσ̌άνκομμάτι parça/pārçe
πρέπ’ταιριάζει/ω
ρακάνι͜αγήλοφοι
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
σκουλλίντσουλούφι σκόλλυς
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
τερείςκοιτάς
τίνανποιον/α
τραβωδώτραγουδώ
τρομάζ’νετρέμουν
τσατσίνξερόκλαδο θάμνου, φρύγανο
τσ̌οάπ’απόκριση, αναφορά cevap/cevāb
φαίν’ντανφαίνονται
φουσάτοασκέρι, μονάδα στρατού fossatum=«στρατόπεδο, τάφρος»
φρούχναμούχλα
χ̌ερέανχεριά, αρμαθιά, χεροβολιά, όσα μπορεί να αδράξει και να κρατήσει η παλάμη
χ̌ι͜οράδεςχήρες
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αε-Σερί’του αϊ-Σέργιου ή αϊ-Γιώργη
άκ’σον(προστ.) άκουσε
απέσ’μέσα
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
άψον(προστ.) άναψε
γνωρίζ’νεγνωρίζουν
’γόμωσες(εγόμωσες) γέμισες
δέβα(προστ.) πήγαινε
δίγωδίνω
έμπα(προστ.) μπες
έν’είναι
έπαρε(προστ.) πάρε
έρ’τ’(έρ’ται) έρχεται
έρχουνέρχονται
ερωτούνρωτάνε
ισ̌κιάζ’νεσκιάζουν
κερόπονκεράκι
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κιφάλιακεφάλια
κορμίακορμιά
κύρ’πατέρα
λιθάρ’λιθάρι, πέτρα
λύουντανελιώνουν
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μαναστήρ’μοναστήρι
Μάρτ’ςο μήνας Μάρτιος
μαχ̌αίρ’μαχαίρι
νασάνχαρά σε
όλ’όλοι/α
όλενόλη/ο, ολόκληρη/ο
όλιαόλα
ομάλιαομαλοί δρόμοι, ευθείες, πεδιάδες, ομαλά (επίρρ)
όντανόταν
ορμίαρυάκια, ρεματιές
ορμίνρυάκι, ρεματιά
παλληκαρότα̤παλληκαροσύνη, γενναιότητα παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ
παρτσ̌άνκομμάτι parça/pārçe
πρέπ’ταιριάζει/ω
ρακάνι͜αγήλοφοι
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
σκουλλίντσουλούφι σκόλλυς
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
τερείςκοιτάς
τίνανποιον/α
τραβωδώτραγουδώ
τρομάζ’νετρέμουν
τσατσίνξερόκλαδο θάμνου, φρύγανο
τσ̌οάπ’απόκριση, αναφορά cevap/cevāb
φαίν’ντανφαίνονται
φουσάτοασκέρι, μονάδα στρατού fossatum=«στρατόπεδο, τάφρος»
φρούχναμούχλα
χ̌ερέανχεριά, αρμαθιά, χεροβολιά, όσα μπορεί να αδράξει και να κρατήσει η παλάμη
χ̌ι͜οράδεςχήρες
Τη Γαβρά η τραγωδία

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost