.
.
Ελληνικοί χοροί - Δόρα Στράτου Νο34

Εγώ εσέν εβλάευα

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Εγώ εσέν να ’βλάευα
σ’ έναν ισίζ’ ορμάνι
Νέ μαξιλάρ’ εθέλ’να εγώ,
νέ τουσ̌έκ’, νέ γεργάνι

Κοιμέθ’, αρνί μ’, κοιμέθ’, πουλί μ’,
και χόρτασον τον ύπνον
Τράνυνον και θα παίρω σε,
είσ’ ακόμαν μικρίκον

Άνοιξον το παράθυρο σ’
ας παίρ’ απέσ’ αέρα
Χωρίς εσέν, τρυγόνα μου,
πώς να δι͜αβαίν’ η μέρα;

Τ’ οσπίτι σ’ ετριγύλιζα
κι εκράν’να ας σα κεράνια
κι εσύ την πόρταν ’κ’ ένοιες
κι έτρωγα τα ποράνια

Άνοιξον, θεία μ’, άνοιξον
το μικρόν το πορτόπο σ’
’Κι ’ξέρτς ντο παλαλά ευτάει
για τ’ εμέν το κορτσόπο σ’!
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άνοιξον(προστ.) άνοιξε
απέσ’μέσα
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
γεργάνιπάπλωμα yorgan
δι͜αβαίν’(για τόπο) περνάει/ώ, διασχίζει/ω, (για χρόνο) περνάει/ώ διαβαίνω
εθέλ’ναήθελα
εκράν’νακρατούσα
ένοιεςάνοιγες
ετριγύλιζατριγύριζα, περιτριγύριζα
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
ισίζ’ερημικό/ή, απομονωμένο/η ıssız
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κεράνιαπάσσαλοι περίφραξης κήπου գերան (geran)=κορμός δέντρου/δοκάρι
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κοιμέθ’(προστ.) κοιμήσου
κορτσόποκοριτσάκι
μικρίκονμικρούλης/α/ικο
νέούτε ne
’ξέρτς(εξέρτς) ξέρεις
ορμάνιδάσος
οσπίτισπίτι hospitium<hospes
παίρ’παίρνω/ει
παίρωπαίρνω
παλαλάτρελά, τρέλες
ποράνιαμπόρες, καταιγίδες boran<βενετ. bora<λατ. Boreas <Βορέας (αντιδάνειο)
πορτόποπορτούλα, πορτάκι porta
τουσ̌έκ’στρώμα, κρεβάτι döşek
τράνυνον(προστ.) (αμεταβ.) μεγάλωσε, (μεταβ.) ανέθρεψε τρανόω-ῶ
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άνοιξον(προστ.) άνοιξε
απέσ’μέσα
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
γεργάνιπάπλωμα yorgan
δι͜αβαίν’(για τόπο) περνάει/ώ, διασχίζει/ω, (για χρόνο) περνάει/ώ διαβαίνω
εθέλ’ναήθελα
εκράν’νακρατούσα
ένοιεςάνοιγες
ετριγύλιζατριγύριζα, περιτριγύριζα
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
ισίζ’ερημικό/ή, απομονωμένο/η ıssız
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κεράνιαπάσσαλοι περίφραξης κήπου գերան (geran)=κορμός δέντρου/δοκάρι
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κοιμέθ’(προστ.) κοιμήσου
κορτσόποκοριτσάκι
μικρίκονμικρούλης/α/ικο
νέούτε ne
’ξέρτς(εξέρτς) ξέρεις
ορμάνιδάσος
οσπίτισπίτι hospitium<hospes
παίρ’παίρνω/ει
παίρωπαίρνω
παλαλάτρελά, τρέλες
ποράνιαμπόρες, καταιγίδες boran<βενετ. bora<λατ. Boreas <Βορέας (αντιδάνειο)
πορτόποπορτούλα, πορτάκι porta
τουσ̌έκ’στρώμα, κρεβάτι döşek
τράνυνον(προστ.) (αμεταβ.) μεγάλωσε, (μεταβ.) ανέθρεψε τρανόω-ῶ
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost