.
.
Ελληνικοί Χοροί - Δόρα Στράτου Νο23

Επιτραπέζιος σκοπός

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Ομμάτι͜α κι ομματόφρυδα,
ο πρόσωπο σ’ αλώνι
Πουλί μ’, η εμορφάδα σου
εμέν θα παλαλώνει

Αέτσ’ πώς έν’ καλόν έν’,
[ψ̌η μ’] τ’ εγκαλιόπο σ’ αλών’ έν’
Εφίλεσα το μάγουλο σ’,
ας σ’ εμόν τρυφερόν έν’

Πουτσή, ντ’ έσυρ’νες κι έκοφτες
τ’ ώρας ι-μ’ τα κουμπία;
Γιά την παράν ατουν θα δί’ς,
γιά θα φιλώ σε μίαν

Ε μαύ’σσα Ματσουκάτ’σσα,
τα κάλλια σ’ εχ̌ι͜ονάτ’σαν
Έπαρ’ ’τα κι άμε δέβα πλάν’,
τ’ ομμάτι͜α μ’ ετσινάκ’σαν

Πουλί μ’/Αρνί μ’, τα ζα ντ’ ερίαζες
τ’ έναν λέγ’νε «Δονέσσα»
Εγώ ’θάρρ’να ετράνυνες,
εσύ ακόμαν μικρέσσα

Αέτσ’ έν’, ψ̌ήκα μ’, αέτσ’ έν’,
αέτσ’ άμον ντο λέω
Την ώραν ντου ’κ’ ελέπω σε
κάθουμαι κα’ και κλαίω
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αέτσ’έτσι
αλών’αλώνι
άμε(προστ.) σύρε, πήγαινε
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ατουντους
γιάείτε, ή ya/yā
δέβα(προστ.) πήγαινε
δί’ςδίνεις
εγκαλιόποαγκαλίτσα
έκοφτεςέκοβες
ελέπωβλέπω
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
εμορφάδαομορφιά
έν’είναι
έπαρ’(προστ.) πάρε
ερίαζεςπρόσεχες, φυλούσες, επέβλεπες ὠρεύω/ὡραίω-ὠρέω
έσυρ’νες(αναβ. τόνου σε ερώτηση) έσερνες, τραβούσες, έριχνες
ετράνυνεςμεγάλωσες, ανατράφηκες τρανόω-ῶ
ετσινάκ’σανέβγαλαν σπίθες, σπινθηροβόλισαν, μτφ. λαμποκόπησαν
εφίλεσαφίλησα
εχ̌ι͜ονάτ’σανάσπρισαν (σαν το χιόνι), έλαμψαν από καθαρότητα
ζαζώα
’θάρρ’να(εθάρρ’να) θαρρούσα, πίστευα, νόμιζα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κα’κάτω
κάλλιακάλλη
κουμπίακουμπιά
λέγ’νελένε
Ματσουκάτ’σσααυτή που είναι από τη Ματσούκα
μαύ’σσα(μαύρεσσα) μαύρη μτφ. ταλαιπωρημένη, καημένη
μίανμια φορά
μικρέσσαμικρή, νεαρή
ντουότι, που, αυτό/ά που
ομμάτι͜αμάτια
ομματόφρυδαματόφρυδα
παλαλώνειτρελαίνει κπ
παράνλεφτά, το χρήμα para/pāre
πουτσήκόρη, νέα κοπέλα
ψ̌ηψυχή
ψ̌ήκαψυχούλα
ώραςώρες
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αέτσ’έτσι
αλών’αλώνι
άμε(προστ.) σύρε, πήγαινε
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ατουντους
γιάείτε, ή ya/yā
δέβα(προστ.) πήγαινε
δί’ςδίνεις
εγκαλιόποαγκαλίτσα
έκοφτεςέκοβες
ελέπωβλέπω
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
εμορφάδαομορφιά
έν’είναι
έπαρ’(προστ.) πάρε
ερίαζεςπρόσεχες, φυλούσες, επέβλεπες ὠρεύω/ὡραίω-ὠρέω
έσυρ’νες(αναβ. τόνου σε ερώτηση) έσερνες, τραβούσες, έριχνες
ετράνυνεςμεγάλωσες, ανατράφηκες τρανόω-ῶ
ετσινάκ’σανέβγαλαν σπίθες, σπινθηροβόλισαν, μτφ. λαμποκόπησαν
εφίλεσαφίλησα
εχ̌ι͜ονάτ’σανάσπρισαν (σαν το χιόνι), έλαμψαν από καθαρότητα
ζαζώα
’θάρρ’να(εθάρρ’να) θαρρούσα, πίστευα, νόμιζα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κα’κάτω
κάλλιακάλλη
κουμπίακουμπιά
λέγ’νελένε
Ματσουκάτ’σσααυτή που είναι από τη Ματσούκα
μαύ’σσα(μαύρεσσα) μαύρη μτφ. ταλαιπωρημένη, καημένη
μίανμια φορά
μικρέσσαμικρή, νεαρή
ντουότι, που, αυτό/ά που
ομμάτι͜αμάτια
ομματόφρυδαματόφρυδα
παλαλώνειτρελαίνει κπ
παράνλεφτά, το χρήμα para/pāre
πουτσήκόρη, νέα κοπέλα
ψ̌ηψυχή
ψ̌ήκαψυχούλα
ώραςώρες

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost