.
.
Ελληνικοί Χοροί - Δόρα Στράτου Νο23

Τικ (από ’πάν’ και κά’)

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Πουδέν δεντρά μ’ αφήνετε,
όλια κατακλαδέψτεν
Επάρτεν τα κλαδόπα τουν
το ταφόπο μ’ σαρέψτεν

Πουλί μ’, σ’ εμόν το ταφόπον
έλα τον χρόνον μίαν
Άψον κερίν και ποίσον με,
αρνόπο μ’/πουλόπο μ’, συντροφίαν

Αν αποθάνω θάψτε με
σ’ έναν ψηλόν ραχ̌όπον
Ν’ ακούω θάλασσας βοήν
και τουλουμί’ λαλόπον
Ν’ ακούω τσ̌οπάν’ σ̌ύριγμαν
και τουλουμί’ λαλόπον

Αν αποθάνω σο ταφί μ’
’κχ̌ύστεν απάν’ ι-μ’ χώμαν
Αφήστε με παράθυρον
να ’λέπω την τρυγόνα μ’

Αν αποθάνω ξάι μη κλαις
και μη τρως την καρδία σ’
Κλάψο με ατώρα ζωντανόν
και σύρον/φτούλτσον τα μαλλία σ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
απάν’πάνω
αποθάνωπεθαίνω
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
ατώρατώρα
άψον(προστ.) άναψε
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
επάρτεν(προστ.) πάρτε
κλαδόπακλαδάκια
κλάψο(προστ.) κλάψε
’κχ̌ύστεν(προστ.) εκχύστε, χύστε, εκβάλετε εκχύνω<ἐγχέω< ἐν + χέω
λαλόπονλαλιά, φωνή
’λέπω(ελέπω) βλέπω
μίανμια φορά
ξάικαθόλου
όλιαόλα
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ
πουδένπουθενά
πουλόποπουλάκι
ραχ̌όπονραχούλα, μικρό βουνό
σαρέψτεν(προστ.) τυλίξτε, περικυκλώστε sarmak
συντροφίανσυντροφιά, παρέα
σ̌ύριγμανσφύριγμα σῦριγξ
σύρον(προστ.) σύρε, τράβα, ρίξε
ταφίτάφο
ταφόπο(υποκορ.) τάφος
ταφόπον(υποκορ.) τάφος
τουλουμί’(γεν.) τουλουμιού tulum
τουντους
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
τσ̌οπάν’τσομπάνηδες, βοσκοί, (γεν.) τσομπάνων çoban/çūbān, şūbān
φτούλτσον(προστ.) μάδησε, ξεπουπούλισε πτίλον
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
απάν’πάνω
αποθάνωπεθαίνω
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
ατώρατώρα
άψον(προστ.) άναψε
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
επάρτεν(προστ.) πάρτε
κλαδόπακλαδάκια
κλάψο(προστ.) κλάψε
’κχ̌ύστεν(προστ.) εκχύστε, χύστε, εκβάλετε εκχύνω<ἐγχέω< ἐν + χέω
λαλόπονλαλιά, φωνή
’λέπω(ελέπω) βλέπω
μίανμια φορά
ξάικαθόλου
όλιαόλα
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ
πουδένπουθενά
πουλόποπουλάκι
ραχ̌όπονραχούλα, μικρό βουνό
σαρέψτεν(προστ.) τυλίξτε, περικυκλώστε sarmak
συντροφίανσυντροφιά, παρέα
σ̌ύριγμανσφύριγμα σῦριγξ
σύρον(προστ.) σύρε, τράβα, ρίξε
ταφίτάφο
ταφόπο(υποκορ.) τάφος
ταφόπον(υποκορ.) τάφος
τουλουμί’(γεν.) τουλουμιού tulum
τουντους
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
τσ̌οπάν’τσομπάνηδες, βοσκοί, (γεν.) τσομπάνων çoban/çūbān, şūbān
φτούλτσον(προστ.) μάδησε, ξεπουπούλισε πτίλον

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost