.
.
Για τον Αχιλλέα

Για τον Αχιλλέα

Για τον Αχιλλέα
fullscreen
Παιδία, ελάτεν μετ’ εμέν,
χαϊτέστεν σην πατρίδαν
κι εγώ θα ιστορίζω σας
τ’ ομματόπα μ’ ντο είδαν

Θα λέω σας για θάματα,
θα λέω τραωδίας,
καρδι͜άς παραπονέματα
και ψ̌ης μοιρολογίας

Η Τραπεζούντα εξέρ’ ’μέναν,
από μακρά εγνωρίζ’ με,
λαΐζ’ το ασπρολέτσ̌εκον,
γελά, καλωσορίζ’ με

Στυχαρι͜άζ’ ολουνούς τ’ εκέσ’
«έχ̌’ κι έρ’ται Αχιλλέας»
Τοπλαεύκουν σο μουχαπέτ’
ασ’ όλια τα μερέας

Σο ραχ̌ίν όντες τραωδώ
ο παρχάρτς αφουκράται
Τοι ρομάνες αροθυμά,
βαρέα καταράται

Είπε με -ν- «έν’ εγνώριμον
ατό η τραωδία σ’!
Ξαν εγομώθαν τ’ αδακέσ’
ρωμαίικα λαλίας!»

Όσα θ’ αχπάσκουμαι επ’ εκέσ’
το καρδόπο μ’ ματούται
Πολεμώ να κομπών’ ατο
κι εκείνο ’κι κομπούται

Σην κλώσ’ η κεμεντζ̌έ τουλών’,
η λαλία μ’ τσουρούται
Αε-Φωκά¹ καραμουτών’
και λίβι͜α έρ’ται γομούται
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αδακέσ’εδώ γύρω, κάπου εδώ
αροθυμάνοσταλγεί
ασ’από
ασπρολέτσ̌εκονάσπρο μαντίλι άσπρος + leçek<laçak
αφουκράταιαφουγκράζεται
αχπάσκουμαιαναχωρώ, φεύγω, κινώ για
βαρέαβαριά, συχνά, πολύ
γομούταιγεμίζει, βουρκώνει, κομπιάζει
εγνωρίζ’γνωρίζει
εγνώριμονγνώριμο/η
εγομώθανγέμισαν
εκέσ’εκεί
έν’είναι
εξέρ’ξέρω/ει, γνωρίζω/ει
έρ’ταιέρχεται
έχ̌’έχει
έχ̌’ κι έρ’ταιείναι στον ερχομό, έρχεται
θάματαθαύματα
ιστορίζωαφηγούμαι, διηγούμαι
καραμουτών’σκυθρωπιάζει, κατσουφιάζει
καρδι͜άς(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
καρδόποκαρδούλα
καταράταικαταριέται
κεμεντζ̌έλύρα kemençe/kemānçe
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κλώσ’επιστροφή, γυρισμός
κομπούταιξεγελιέται, εξαπατάται, μτφ. σαγηνεύεται κομβόω
κομπών’εξαπατάω/άει, ξεγελάω/άει, μτφ. σαγηνεύω/ει κομβόω
λαΐζ’κουνάω/ει πέρα-δώθε
λαλίαλαλιά, φωνή
λαλίαςλαλιές, φωνές, (γεν. ενικού) φωνής
λίβι͜ασύννεφα λίβος<λείβω
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
ματούταιματώνει
μερέαςμεριές
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
μοιρολογίας(ον. πληθ., τα) μοιρολόγια, (γεν. ενικ., τη) μοιρολογιού
μουχαπέτ’κουβέντα, φιλική συνομιλία, συνεκδ. φιλική συνεστίαση (συνήθως μετά μουσικής) muhabbet/maḥabbet
ξανπάλι, ξανά
όλιαόλα
ομματόπαματάκια
όντεςόταν
όσαόσες φορές
παιδίαπαιδιά
παραπονέματαπαράπονα
παρχάρτςορεινός τόπος θερινής βοσκής
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
ρομάνεςπαρχαρομάνες, γυναίκες επιφορτισμένες με την επιμέλεια των ζώων και άλλες γαλακτοκομικές εργασίες στο παρχάρι (θερινό βοσκοτόπι)
ρωμαίικα(τουρκ. Rumca) η γλώσσα των Ρωμιών, η ποντιακή γλώσσα, αυτά που είναι των Ρωμιών γενικά
στυχαρι͜άζ’συγχαίρω/ει, αγγέλω/ει ευχάριστο γεγονός
τοιτους/τις
τοπλαεύκουνμαζεύονται, συγκεντρώνονται toplamak
τουλών’ησυχάζει, κάθεται φρόνιμα
τραωδίατραγούδι
τραωδίαςτραγούδια
τραωδώτραγουδάω
τσουρούταιστεγνώνει, στραγγίζεται σειρώ=εκκενώνω, αδειάζω
χαϊτέστεν(προστ.) άντε, πηγαίνετε
ψ̌ηςψυχής
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αδακέσ’εδώ γύρω, κάπου εδώ
αροθυμάνοσταλγεί
ασ’από
ασπρολέτσ̌εκονάσπρο μαντίλι άσπρος + leçek<laçak
αφουκράταιαφουγκράζεται
αχπάσκουμαιαναχωρώ, φεύγω, κινώ για
βαρέαβαριά, συχνά, πολύ
γομούταιγεμίζει, βουρκώνει, κομπιάζει
εγνωρίζ’γνωρίζει
εγνώριμονγνώριμο/η
εγομώθανγέμισαν
εκέσ’εκεί
έν’είναι
εξέρ’ξέρω/ει, γνωρίζω/ει
έρ’ταιέρχεται
έχ̌’έχει
έχ̌’ κι έρ’ταιείναι στον ερχομό, έρχεται
θάματαθαύματα
ιστορίζωαφηγούμαι, διηγούμαι
καραμουτών’σκυθρωπιάζει, κατσουφιάζει
καρδι͜άς(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
καρδόποκαρδούλα
καταράταικαταριέται
κεμεντζ̌έλύρα kemençe/kemānçe
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κλώσ’επιστροφή, γυρισμός
κομπούταιξεγελιέται, εξαπατάται, μτφ. σαγηνεύεται κομβόω
κομπών’εξαπατάω/άει, ξεγελάω/άει, μτφ. σαγηνεύω/ει κομβόω
λαΐζ’κουνάω/ει πέρα-δώθε
λαλίαλαλιά, φωνή
λαλίαςλαλιές, φωνές, (γεν. ενικού) φωνής
λίβι͜ασύννεφα λίβος<λείβω
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
ματούταιματώνει
μερέαςμεριές
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
μοιρολογίας(ον. πληθ., τα) μοιρολόγια, (γεν. ενικ., τη) μοιρολογιού
μουχαπέτ’κουβέντα, φιλική συνομιλία, συνεκδ. φιλική συνεστίαση (συνήθως μετά μουσικής) muhabbet/maḥabbet
ξανπάλι, ξανά
όλιαόλα
ομματόπαματάκια
όντεςόταν
όσαόσες φορές
παιδίαπαιδιά
παραπονέματαπαράπονα
παρχάρτςορεινός τόπος θερινής βοσκής
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
ρομάνεςπαρχαρομάνες, γυναίκες επιφορτισμένες με την επιμέλεια των ζώων και άλλες γαλακτοκομικές εργασίες στο παρχάρι (θερινό βοσκοτόπι)
ρωμαίικα(τουρκ. Rumca) η γλώσσα των Ρωμιών, η ποντιακή γλώσσα, αυτά που είναι των Ρωμιών γενικά
στυχαρι͜άζ’συγχαίρω/ει, αγγέλω/ει ευχάριστο γεγονός
τοιτους/τις
τοπλαεύκουνμαζεύονται, συγκεντρώνονται toplamak
τουλών’ησυχάζει, κάθεται φρόνιμα
τραωδίατραγούδι
τραωδίαςτραγούδια
τραωδώτραγουδάω
τσουρούταιστεγνώνει, στραγγίζεται σειρώ=εκκενώνω, αδειάζω
χαϊτέστεν(προστ.) άντε, πηγαίνετε
ψ̌ηςψυχής
Για τον Αχιλλέα
Σημειώσεις
Χορωδία: Κώστας Σιαμίδης, Έλλη Συρουχίδου, Γιάννης Παπαχατζάκης, Σπύρος Γεωργιάδης, Μελίνα Παπαδοπούλου, Σοφία Πιπερίδου, Αλέξανδρος Τουργαΐδης, Τάσος Τουργαΐδης

¹ Χωριό της περιοχής Μούζενας και τόπος καταγωγής του Αχιλλέα Βασιλειάδη.

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost