.
.
Ψ̌ης γαλένεμαν

Απάν’ σ’ έναν ψηλόν ραχ̌ίν

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Απάν’ σ’ έναν ψηλόν ραχ̌ίν
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Απάν’ σ’ έναν ψηλόν ραχ̌ίν
έκλεψαν την κουκούλα μ’
Επέραν και τ’ εγκόλπιο μ’,
την ώραν ας ση γούλα μ’

Πολλά ραχ̌ι͜ά χωρίζ’νε μας
και ’κ’ έχ’νε τελεσίαν
Τα γράμματα χαΐρ’ ’κ’ ευτάν’,
πουλί μ’, ση μαναχ̌ίαν

Εμέν οι λύκ’ εσάρεψαν
απάν’ και σα Καμένα¹
Θα στείλω σε τα λώματα μ’
λερά και ματωμένα 

Πού είσαι και ’κι φαίνεσαι;
τ’ ομμάτι μ’ αραεύ’ σε!
Ατό το μαύρον το λετσ̌έκ’ σ’
και ντό πολλά -ν- ιεύ’ σε!
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
απάν’πάνω
αραεύ’ψάχνω/ει, αναζητώ/άει, γυρεύω/ει aramak
γούλαλαιμός gula
εγκόλπιοφυλαχτό που κρεμιέται στο λαιμό και φτάνει περίπου στο μέσο του στήθους
επέρανπήραν
εσάρεψαντύλιξαν, περικύκλωσαν, άρεσαν sarmak
ευτάν’κάνουν, φτιάχνουν εὐθειάζω
έχ’νεέχουνε
ιεύ’ταιριάζει uymak
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
Καμέναπεριοχή κοντά στην Παναγία Σουμελά
’κιδεν οὐκί<οὐχί
λεράακάθαρτα, βρώμικα ὀλερός
λετσ̌έκ’γυναικείο μαντίλι που χρησίμευε ως κάλυμμα κεφαλής δεμένο σε σχήμα τριγώνου leçek<laçak
λύκ’λύκοι
λώματαρούχα λῶμα/λωμάτιον
μαναχ̌ίανμοναξιά
ομμάτιμάτι ὀμμάτιον
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
τελεσίαντέλος, τελειωμό
χαΐρ’προκοπή, καλή τύχη, ευημερία hayır/ḫayr
χωρίζ’νεχωρίζουν, ξεδιαλέγουν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
απάν’πάνω
αραεύ’ψάχνω/ει, αναζητώ/άει, γυρεύω/ει aramak
γούλαλαιμός gula
εγκόλπιοφυλαχτό που κρεμιέται στο λαιμό και φτάνει περίπου στο μέσο του στήθους
επέρανπήραν
εσάρεψαντύλιξαν, περικύκλωσαν, άρεσαν sarmak
ευτάν’κάνουν, φτιάχνουν εὐθειάζω
έχ’νεέχουνε
ιεύ’ταιριάζει uymak
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
Καμέναπεριοχή κοντά στην Παναγία Σουμελά
’κιδεν οὐκί<οὐχί
λεράακάθαρτα, βρώμικα ὀλερός
λετσ̌έκ’γυναικείο μαντίλι που χρησίμευε ως κάλυμμα κεφαλής δεμένο σε σχήμα τριγώνου leçek<laçak
λύκ’λύκοι
λώματαρούχα λῶμα/λωμάτιον
μαναχ̌ίανμοναξιά
ομμάτιμάτι ὀμμάτιον
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
τελεσίαντέλος, τελειωμό
χαΐρ’προκοπή, καλή τύχη, ευημερία hayır/ḫayr
χωρίζ’νεχωρίζουν, ξεδιαλέγουν
Απάν’ σ’ έναν ψηλόν ραχ̌ίν
Σημειώσεις
¹ Ορεινή περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στη Χαντζούκα (τοποθεσία Παναγίας Σουμελά) και το Μετζίτ’ (βοσκότοπος της Κρώμνης). Για την ονομασία «Καμένα» υπάρχουν μόνο στοιχεία από την παράδοση. Λέγεται πως, κάποτε, αλλόθρησκοι πήγαν να ληστέψουν το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά. Οι ληστές, ανάμεσα στα άλλα, θέλησαν να πάρουν και το Εικόνισμα, να το κομματιάσουν, για να πάρει ο καθένας από ένα κομμάτι. Με το πρώτο όμως χτύπημά τους το Εικόνισμα έβαλε φωτιά, θανατώθηκαν οι ιερόσυλοι και κάηκε ο τόπος. Έτσι, ονομάστηκε από τότε Καμένα, και δε βλάστησε η περιοχή ποτέ ύστερα από το γεγονός αυτό. Η ερημιά του χώρου αυτού προκαλεί δέος. Κυκλοφορούν εκεί διάφορα αγρίμια και προπαντός λύκοι, γεγονός που έχει αποτυπωθεί από την ποντιακή μούσα στο παραπάνω δίστιχο.

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost