.
.
Ψ̌ης γαλένεμαν

Ν’ αϊλί εμέναν τον καρίπ’

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ν’ αϊλί εμέναν τον καρίπ’
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ν’ αϊλί εμέν και τον καρίπ’,
πού έμ’ και πού ευρέθα!
Εθάρρεσα -ν- ας ση μάνα μ’
ατώρα εγεννέθα

Ν’ αϊλί εμέν και τον καρίπ’
τη χ̌έρας το γεσίρι
Τα στράτας ι-μ’ εκόπανε
ας σον Αε-Βασίλην

Ν’ αϊλί εμέν και τον καρίπ’
σον κόσμον καν’νάν ’κ’ έχω
Λύκος να τρώει με σο ραχ̌ίν
αραευτήν πα ’κ’ έχω
Να τρώει με ο λύκον σο ραχ̌ίν
αραευτήν πα ’κ’ έχω

Καρίπ’ς και μουατσ̌ίρ’ς είμαι,
γυρίζω σ’ ερημίας
Υπομονήν βάλεν, αρνί μ’
σ’ έρημον την καρδία σ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αραευτήναναζητητή, κάποιον να με γυρέψει aramak tr
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
ατώρατώρα
βάλεν(προστ.) βάλε
γεσίρικυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr trae
εγεννέθαγεννήθηκα
εθάρρεσαθεώρησα, πίστεψα
εκόπανεκοπήκαν
έμ’ήμουν
ερημίαςερημιές
ευρέθαβρέθηκα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καν’νάνκανέναν
καρίπ’μοναχικό, ορφανό, εξαθλιωμένο garip/ġarīb trae
καρίπ’ςξένος, μοναχικός, φτωχός, ανήμπορος / (αιτ. πληθ.) ξένους, μοναχικούς, φτωχούς, ανήμπορους garip/ġarīb trae
μουατσ̌ίρ’ςπρόσφυγας, μετανάστης / (αιτ. πληθ.) πρόσφυγες, μετανάστες muhacir/muhācir trae
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
παπάλι, επίσης, ακόμα
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
χ̌έραςχήρας
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αραευτήναναζητητή, κάποιον να με γυρέψει aramak tr
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
ατώρατώρα
βάλεν(προστ.) βάλε
γεσίρικυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr trae
εγεννέθαγεννήθηκα
εθάρρεσαθεώρησα, πίστεψα
εκόπανεκοπήκαν
έμ’ήμουν
ερημίαςερημιές
ευρέθαβρέθηκα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καν’νάνκανέναν
καρίπ’μοναχικό, ορφανό, εξαθλιωμένο garip/ġarīb trae
καρίπ’ςξένος, μοναχικός, φτωχός, ανήμπορος / (αιτ. πληθ.) ξένους, μοναχικούς, φτωχούς, ανήμπορους garip/ġarīb trae
μουατσ̌ίρ’ςπρόσφυγας, μετανάστης / (αιτ. πληθ.) πρόσφυγες, μετανάστες muhacir/muhācir trae
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
παπάλι, επίσης, ακόμα
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
χ̌έραςχήρας
Ν’ αϊλί εμέναν τον καρίπ’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost