.
.
Ψ̌ης γαλένεμαν

Ν’ αηλί εμέναν τον καρίπ’

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ν’ αηλί εμέναν τον καρίπ’
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Ν’ αηλί εμέν και τον καρίπ’,
πού έμ’ και πού ευρέθα!
Εθάρρεσα -ν- ας ση μάνα μ’
ατώρα εγεννέθα

Ν’ αηλί εμέν και τον καρίπ’
τη χ̌έρας το γεσίρι
Τα στράτας ι-μ’ εκόπανε
ας σον Αε-Βασίλην

Ν’ αηλί εμέν και τον καρίπ’
σον κόσμον καν’νάν ’κ’ έχω
Λύκος να τρώει με σο ραχ̌ίν
αραευτήν πα ’κ’ έχω
Να τρώει με ο λύκον σο ραχ̌ίν
αραευτήν πα ’κ’ έχω

Καρίπ’ς και μουατσ̌ίρ’ς είμαι,
γυρίζω σ’ ερημίας
Υπομονήν βάλεν, αρνί μ’
σ’ έρημον την καρδία σ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
αραευτήναναζητητή, κάποιον να με γυρέψει aramak
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
ατώρατώρα
βάλεν(προστ.) βάλε
γεσίρικυριολ. αιχμάλωτος μτφ. ταλαιπώρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir
εγεννέθαγεννήθηκα
εθάρρεσαθεώρησα, πίστεψα
εκόπανεκοπήκαν
έμ’ήμουν
ερημίαςερημιές
ευρέθαβρέθηκα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καν’νάνκανέναν
καρίπ’μοναχικό, ορφανό, εξαθλιωμένο garip/ġarīb
καρίπ’ςξένος, μοναχικός, φτωχός, ανήμπορος / (αιτ. πληθ.) ξένους, μοναχικούς, φτωχούς, ανήμπορους garip/ġarīb
μουατσ̌ίρ’ςπρόσφυγας, μετανάστης / (αιτ. πληθ.) πρόσφυγες, μετανάστες muhacir/muhācir
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
παπάλι, επίσης, ακόμα
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
χ̌έραςχήρας
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
αραευτήναναζητητή, κάποιον να με γυρέψει aramak
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
ατώρατώρα
βάλεν(προστ.) βάλε
γεσίρικυριολ. αιχμάλωτος μτφ. ταλαιπώρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir
εγεννέθαγεννήθηκα
εθάρρεσαθεώρησα, πίστεψα
εκόπανεκοπήκαν
έμ’ήμουν
ερημίαςερημιές
ευρέθαβρέθηκα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καν’νάνκανέναν
καρίπ’μοναχικό, ορφανό, εξαθλιωμένο garip/ġarīb
καρίπ’ςξένος, μοναχικός, φτωχός, ανήμπορος / (αιτ. πληθ.) ξένους, μοναχικούς, φτωχούς, ανήμπορους garip/ġarīb
μουατσ̌ίρ’ςπρόσφυγας, μετανάστης / (αιτ. πληθ.) πρόσφυγες, μετανάστες muhacir/muhācir
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
παπάλι, επίσης, ακόμα
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
χ̌έραςχήρας
Ν’ αηλί εμέναν τον καρίπ’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost