.
.
Κρωμέτ’κα τραγωδίας

Ζιλ ομάλ’

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ζιλ ομάλ’
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Νασάν εσάς, ψηλά ραχ̌ι͜ά,
καμίαν ’κι γεράτεν!
Δι͜αβαίν’νε χρόνι͜α και καιρούς,
πάντα χλωροφοράτεν

Νασάν εσάς, ψηλά ραχ̌ι͜ά,
σα λίβι͜α απέσ’ κρυμμένα
Παρχαροπούλ’ είμαι κι εγώ,
κλαψέστεν για τ’ εμένα

Η μάνα μ’, παρχαρέτ’σσα έτον
κι ο αδελφό μ’ τσ̌οπάνος
Κι εγώ ση Κρωμί’ τα ραχ̌ι͜ά
ασ̌ίκ’ς και τραγωδι͜άνος

Νασάν εσάς, ψηλά ραχ̌ι͜ά,
και ποίος ’κι ζελεύ’ σας;
Αφώτιστον ο Κούντουρον
χ̌ι͜ονίζ’ και καπατεύ’ σας
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
απέσ’μέσα
ασ̌ίκ’ςασίκης, τροβαδούρος aşık/ʿāşiḳ
αφώτιστοναυτός/ο που δεν έχει βαφτιστεί, πονηρός/ό, κακός/ό, (για λόγια και πράξεις) απρεπές, αξιοθαύμαστος/ο
γεράτενγερνάτε
δι͜αβαίν’νε(για τόπο) περνούν, διασχίζουν, (για χρόνο) περνούν (γενικότερα) περνούν, παύουν, τελειώνουν διαβαίνω
έτονήταν
ζελεύ’ζηλεύω/ει
καμίανποτέ
καπατεύ’σκεπάζει, καλύπτει, κλείνει κπ/κτ σε κτ kapatmak
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κλαψέστεν(προστ.) κλάψτε, θρηνήστε
ΚούντουρονΦεβρουάριος
Κρωμί’Κρώμνης
λίβι͜ασύννεφα λίβος<λείβω
νασάνχαρά σε
παρχαρέτ’σσαη γυναίκα που είναι επιφορτισμένη με τις δουλειές του παρχαριού (ορεινού τόπου θερινής βοσκής)
παρχαροπούλ’πουλί του παρχαριού (ορεινός τόπος θερινής βοσκής)
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
τραγωδι͜άνοςτραγουδιστής
χ̌ι͜ονίζ’χιονίζει
χλωροφοράτενείστε γεμάτα χλωρίδα, είστε καταπράσινα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
απέσ’μέσα
ασ̌ίκ’ςασίκης, τροβαδούρος aşık/ʿāşiḳ
αφώτιστοναυτός/ο που δεν έχει βαφτιστεί, πονηρός/ό, κακός/ό, (για λόγια και πράξεις) απρεπές, αξιοθαύμαστος/ο
γεράτενγερνάτε
δι͜αβαίν’νε(για τόπο) περνούν, διασχίζουν, (για χρόνο) περνούν (γενικότερα) περνούν, παύουν, τελειώνουν διαβαίνω
έτονήταν
ζελεύ’ζηλεύω/ει
καμίανποτέ
καπατεύ’σκεπάζει, καλύπτει, κλείνει κπ/κτ σε κτ kapatmak
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κλαψέστεν(προστ.) κλάψτε, θρηνήστε
ΚούντουρονΦεβρουάριος
Κρωμί’Κρώμνης
λίβι͜ασύννεφα λίβος<λείβω
νασάνχαρά σε
παρχαρέτ’σσαη γυναίκα που είναι επιφορτισμένη με τις δουλειές του παρχαριού (ορεινού τόπου θερινής βοσκής)
παρχαροπούλ’πουλί του παρχαριού (ορεινός τόπος θερινής βοσκής)
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
τραγωδι͜άνοςτραγουδιστής
χ̌ι͜ονίζ’χιονίζει
χλωροφοράτενείστε γεμάτα χλωρίδα, είστε καταπράσινα
Ζιλ ομάλ’
Σημειώσεις
Ομάλ’ Τραπεζούντος. Η ονομασία «ζιλ’ ομάλ’» προφανώς οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγκεκριμένος σκοπός παίζεται στα «ζίλια», δηλαδή στις ψιλές τονικά περιοχές της ποντιακής λύρας.

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost