.
.
Πού είσαι, Μέγα Αλέξανδρε

Ν’ αϊλί τη μάναν

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ν’ αϊλί τη μάναν
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ν’ αϊλί τη μάναν που θα χάν’
ατέ μακρά παιδίν ατ’ς
Ο Χάροντας ο δίκλωπον
διπλά θα καίει την ψ̌ην ατ’ς

Ν’ αϊλί τη μάναν που ελέπ’
παιδίν αποθαμένον
κ’ εείνε ους να αποθάν’
θα έχ̌’ καρδι͜άν καμένον

Χάρε, τ’ εσά τα αψίματα
πολλά άσ̌κεμα καίνε
Ξενιτεμέντς εσύ μη παίρτς
οι μανάδες μη κλαίνε

Σα ξένα ’κι αναπάεται
ψ̌όπον αποθαμένον
και το ταφίν ανατριχ̌ι͜άζ’,
βαθύν τ’ αφορισμένον
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αναπάεταιαναπαύεται, ξεκουράζεται
αποθαμένονπεθαμένος/ο
αποθάν’πεθαίνει
άσ̌κεμαάσχημα
ατέαυτή
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
αφορισμένοναφορισμένο, αναθεματισμένο
αψίματαφωτιές
δίκλωπονδιπρόσωπο, μτφ. δόλιο, ανειλικρινή
ελέπ’βλέπει/βλέπω
εσάδικά σου/σας
έχ̌’έχει
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ουςως, μέχρι
παίρτςπαίρνεις
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ταφίντάφος
χάν’χάνει, παύει να έχει, διώχνει
ψ̌ηνψυχή
ψ̌όπονψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αναπάεταιαναπαύεται, ξεκουράζεται
αποθαμένονπεθαμένος/ο
αποθάν’πεθαίνει
άσ̌κεμαάσχημα
ατέαυτή
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
αφορισμένοναφορισμένο, αναθεματισμένο
αψίματαφωτιές
δίκλωπονδιπρόσωπο, μτφ. δόλιο, ανειλικρινή
ελέπ’βλέπει/βλέπω
εσάδικά σου/σας
έχ̌’έχει
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ουςως, μέχρι
παίρτςπαίρνεις
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ταφίντάφος
χάν’χάνει, παύει να έχει, διώχνει
ψ̌ηνψυχή
ψ̌όπονψυχούλα
Ν’ αϊλί τη μάναν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost