.
.
Ομεύω κι ονειρεύκουμαι, θυμούμαι και πορεύω

Τας

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τας
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Σεβντάν έχω, σεβντάν πουλώ
[αρ’] και σεβνταλής γυρίζω
[Έλα, πουλί μ’, έλα, γιάβρι μ’, έλα μετ’ εμέν]
Σεβντάν έχω σο καρδόπο μ’
[αρ’] και πώς θα ταγιανίζω;
[Έλα, πουλί μ’, έλα, γιάβρι μ’, έλα μετ’ εμέν]

Το σεβνταλήν όντες τερώ
[και/αρ’] θυμούμαι εγώ ντ’ εποίν’να
[Έλα, πουλί μ’, έλα, γιάβρι μ’, έλα μετ’ εμέν]
Χ̌ίλ’ νομάτ’ εδι͜αρμένευαν
[και -ν-] εγώ -ν- ωτίν ’κ’ εδίν’να
[Έλα, πουλί μ’, έλα, γιάβρι μ’, έλα μετ’ εμέν]

Κορτσόπον, δεκαέξ’ χρονών
[και/αρ’] ταραπολόζ’ ζωμένον
[Έλα, πουλί μ’, έλα, γιάβρι μ’, έλα μετ’ εμέν]
Κλίσκουμαι να φιλώ -γ- ατο,
[και/αρ’] ’κι θέλ’ τ’ αφορισμένον!
[Έλα, πουλί μ’, έλα, γιάβρι μ’, έλα μετ’ εμέν]

Απάν’ σην ταπακιέρα μο’
[και -ν-/αρ’] είσαι ζωγραφισμέντσα
[Έλα, πουλί μ’, έλα, γιάβρι μ’, έλα μετ’ εμέν]
Πόσα καρδίας έκαψες,
[και] νε σ̌κύλ’ αφορισμέντσα;
[Έλα, πουλί μ’, έλα, γιάβρι μ’, έλα μετ’ εμέν]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
απάν’πάνω
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
αφορισμένοναφορισμένο, αναθεματισμένο
αφορισμέντσααφορισμένη, αναθεματισμένη
γιάβριμωρό, μικρό, παιδί yavru tr
δεκαέξ’δεκαέξι
εδι͜αρμένευανσυμβούλευαν, νουθετούσαν μσν. ὁρμηνεύω < αρχ. ἑρμηνεύω gr
εδίν’ναέδινα, παρέδιδα
εποίν’ναέκανα, έφτιαχνα ποιέω-ῶ gr
ζωγραφισμέντσαζωγραφισμένη, ζωγραφιστή
ζωμένονζωσμένο/η
θυμούμαιθυμάμαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καρδίας(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
καρδόποκαρδούλα
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κλίσκουμαισκύβω, κλίνω
κορτσόπονκοριτσάκι
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
νομάτ’άνθρωποι, άτομα ὀνόματοι gr
όντεςόταν
σεβνταλήνερωτοχτυπημένο, ερωτευμένο sevdalı tr
σεβνταλήςερωτοχτυπημένος, ερωτευμένος sevdalı tr
σεβντάναγάπη, έρωτα sevda/sevdā trae
σ̌κύλ’(γεν.) σκύλου
ταγιανίζωαντέχω, βαστάω, υπομένω dayanmak tr
ταπακιέραμικρή μεταλλική ή δερμάτινη θήκη για τσιγάρα, τσιγαροθήκη tabaquière fr
ταραπολόζ’μεταξωτό ζωνάρι το οποίο στην ύφανσή του έβγαζε κάθετες και οριζόντιες ραβδώσεις με αποτέλεσμα να σχηματίζεται καρό Ṭarābulus<Τρίπολις [η Τρίπολη του Λιβάνου φημιζόταν ιστορικά για την παραγωγή μεταξωτών και βαμβακερών υφασμάτων, κυρίως κατά την οθωμανική περίοδο αλλά και νωρίτερα, στη μεσαιωνική εποχή] aegr
τερώκοιτώ
χ̌ίλ’χίλιοι/ες/ια
ωτίναυτί
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
απάν’πάνω
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
αφορισμένοναφορισμένο, αναθεματισμένο
αφορισμέντσααφορισμένη, αναθεματισμένη
γιάβριμωρό, μικρό, παιδί yavru tr
δεκαέξ’δεκαέξι
εδι͜αρμένευανσυμβούλευαν, νουθετούσαν μσν. ὁρμηνεύω < αρχ. ἑρμηνεύω gr
εδίν’ναέδινα, παρέδιδα
εποίν’ναέκανα, έφτιαχνα ποιέω-ῶ gr
ζωγραφισμέντσαζωγραφισμένη, ζωγραφιστή
ζωμένονζωσμένο/η
θυμούμαιθυμάμαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καρδίας(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
καρδόποκαρδούλα
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κλίσκουμαισκύβω, κλίνω
κορτσόπονκοριτσάκι
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
νομάτ’άνθρωποι, άτομα ὀνόματοι gr
όντεςόταν
σεβνταλήνερωτοχτυπημένο, ερωτευμένο sevdalı tr
σεβνταλήςερωτοχτυπημένος, ερωτευμένος sevdalı tr
σεβντάναγάπη, έρωτα sevda/sevdā trae
σ̌κύλ’(γεν.) σκύλου
ταγιανίζωαντέχω, βαστάω, υπομένω dayanmak tr
ταπακιέραμικρή μεταλλική ή δερμάτινη θήκη για τσιγάρα, τσιγαροθήκη tabaquière fr
ταραπολόζ’μεταξωτό ζωνάρι το οποίο στην ύφανσή του έβγαζε κάθετες και οριζόντιες ραβδώσεις με αποτέλεσμα να σχηματίζεται καρό Ṭarābulus<Τρίπολις [η Τρίπολη του Λιβάνου φημιζόταν ιστορικά για την παραγωγή μεταξωτών και βαμβακερών υφασμάτων, κυρίως κατά την οθωμανική περίοδο αλλά και νωρίτερα, στη μεσαιωνική εποχή] aegr
τερώκοιτώ
χ̌ίλ’χίλιοι/ες/ια
ωτίναυτί
Τας

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost