
Τριαντάφυλλος Γεωργιάδης
Τριαντάφυλλος Γεωργιάδης
Ο Τριαντάφυλλος Γεωργιάδης γεννήθηκε το 1865 στο Ακσάζ της περιοχής Καραμπιγά, στην εκκλησιαστική επαρχία Κυζίκου, από ευσεβείς γονείς, τον Γεώργιο Ευστρατηρέιση και τη Βαλσαμίνα το γένος Μαργαρίτη. Τα πρώτα του γράμματα και τα πρώτα στοιχεία της εκκλησιαστικής μουσικής τα διδάχθηκε στην πατρίδα του, ενώ στη συνέχεια μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Εκεί, υπό την προστασία του επισκόπου Λεύκης Λεοντίου Σιδηροπούλου, ο οποίος αργότερα προήχθη σε Μητροπολίτη Κολωνίας και Νικοπόλεως, μπόρεσε να καλλιεργήσει συστηματικά τη φιλομάθειά του και να εμβαθύνει στη μουσική παιδεία.
Παράλληλα με τις γυμνασιακές του σπουδές διετέλεσε κανονάρχης δίπλα σε σπουδαίους διδασκάλους της εκκλησιαστικής μουσικής, όπως ο Γεώργιος Ραιδεστηνός, ο Κυριακός Ιωαννίδης και ο Κωνσταντίνος Φωκαέας. Ιδίως στη θεωρία της μουσικής είχε διδάσκαλο τον Κυριακό Ιωαννίδη, με την καθοδήγηση του οποίου τελειοποίησε τη γνώση της βυζαντινής παρασημαντικής και της υμνωδίας.
Το 1894, ως γραμματέας πλέον του Λεοντίου, ακολούθησε τον Γέροντά του στη Μητρόπολη Κολωνίας και Νικοπόλεως και στη συνέχεια στις επαρχίες Φιλαδέλφειας και Ροδοπόλεως του Πόντου. Κατά το διάστημα αυτό επιδόθηκε με ζήλο στη μελέτη και στη διάδοση της εκκλησιαστικής μουσικής, διδάσκοντας, καταρτίζοντας εκκλησιαστικούς χορούς και ιδρύοντας μουσικούς συλλόγους. Στη Λιβερά, έδρα της Ροδοπόλεως, συνέγραψε σειρά εκκλησιαστικών ασμάτων, τα οποία εκδόθηκαν πολύ αργότερα, το 1973-1974, σε έξι τόμους με τον τίτλο «Κήπος Χαρίτων» από τους γιους του, τον μητροπολίτη Λαοδικείας Μάξιμο και τον Κρ. Γεωργιάδη.
Από τις αρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μετά την παραίτηση του Λεοντίου, εγκαταστάθηκε στην Τραπεζούντα, όπου ανέλαβε καθήκοντα πρωτοψάλτη στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γρηγορίου, κατόπιν προσκλήσεως του Μητροπολίτη Χρυσάνθου. Παράλληλα δίδαξε εκκλησιαστική μουσική και υμνωδία, καθώς και μουσική και ωδική στα περίφημα εκπαιδευτήρια του Φροντιστηρίου και του Παρθεναγωγείου Τραπεζούντος, ιδρύοντας ο ίδιος μουσική σχολή και αναδεικνύοντας πολλούς μαθητές. Στην πόλη αυτή ίδρυσε και χορωδία με αντικείμενο τόσο την εκκλησιαστική μουσική όσο και τα δημώδη και λαϊκά άσματα.
Το γενικότερο πνευματικό κίνημα της εποχής για τη μελέτη της δημώδους ποίησης και μουσικής τον επηρέασε βαθιά. Προχώρησε στην περισυλλογή 148 ποντιακών τραγουδιών, από τα οποία περισσότερα από σαράντα κατέγραψε στη βυζαντινή παρασημαντική. Το σημαντικότερο λαογραφικό του έργο συγκεντρώθηκε στο αυτόγραφο χειρόγραφό του με τίτλο «Εθνική Μούσα», όπου κατέγραψε ελληνικά δημοτικά και άλλα άσματα, με ιδιαίτερη έμφαση στα ποντιακά τραγούδια και στους χορούς, σε δύο αυτόγραφα χειρόγραφα.
Μετά την Καταστροφή του 1922 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Υπηρέτησε αρχικά ως πρωτοψάλτης στον ναό του Αγίου Δημητρίου στην Πρίγκηπο και κατόπιν στον ναό του Χριστού στον Γαλατά. Το 1925, κατόπιν προσκλήσεως του Πατριάρχου Βασίλειος Γ’ Κωνσταντινουπόλεως, διετέλεσε επί διετία τοποτηρητής στο πρωτοψαλτικό αναλόγιο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, αναπληρώνοντας τον Ιάκωβος Ναυπλιώτης, ενώ παράλληλα δίδαξε θεωρία, μελοποιΐα και ορθογραφία της εκκλησιαστικής μουσικής στις ανώτερες τάξεις της Πατριαρχικής Μουσικής Σχολής. Το 1929 του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του βιβλιοθηκάριου της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης, καθώς και η ευθύνη της έκδοσης του περιοδικού «Ορθοδοξία».
Έφυγε από τη ζωή στις 29 Ιουνίου 1934 στην Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας πίσω του πλούσιο έργο τόσο στον χώρο της εκκλησιαστικής μουσικής όσο και στη διάσωση και καταγραφή των ποντιακών δημωδών ασμάτων.
album

