.
.
Μουχαπέτ’ και η δουλεία

Μουχαπέτ’ και η δουλεία

Έκιτι, παλαιά καιρούς,
θάματα, χουγιαμέτι͜α
Τα χωρία ελάσκουμ’νες,
’ποίν’ναμε μουχαπέτι͜α

Φάτεν, πϊάτεν, παιδία,
τα νεότητα είν’ μία
Και -ν- ατό ντο θ’ απομέν’ μας,
μουχαπέτ’ και -ν- η δουλεία

Μίαν αδά, μίαν ακεί,
τ’ οσπίτι͜α ευλοημένα
Ήντζι͜αν την πόρταν ένοιεν
τα στόλια κουρεμένα

Φάτεν, πϊάτεν, παιδία,
τα νεότητα είν’ μία
Και -ν- ατό ντο θ’ απομέν’ μας,
μουχαπέτ’ και -ν- η δουλεία

Ση εφτωχ̌είας τα χρόνια
με καθαρόν καρδίαν
Με στύπα, ελαίας, τυρίν, ψωμίν,
έπιναμε τα ρακία

Φάτεν, πϊάτεν, παιδία,
τα νεότητα είν’ μία
Και -ν- ατό ντο θ’ απομέν’ μας,
μουχαπέτ’ και -ν- η δουλεία

Ατώρα ο κόσμον έλλαξεν,
ούλ’ τερούν τη δουλείαν
Ποίος θα τοπλαεύ’ πολλά
και στοιβάζ’ φουλιρία;

Φάτεν, πϊάτεν, παιδία,
τα νεότητα είν’ μία
Και -ν- ατό ντο θ’ απομέν’ μας,
μουχαπέτ’ και -ν- η δουλεία
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αδάεδώ
ακείεκεί
απομέν’απομένει
ατόαυτό
ατώρατώρα
δουλείαδουλειά, εργασία
δουλείανδουλειά
είν’(για πληθ.) είναι
έκιτιέκφραση αναπόλησης που υποδηλώνει νοσταλγία για κάτι παρελθοντικό hey gidi tr
ελαίας(τα) ελιές, (τη) ελιάς
ελάσκουμ’νεςπεριφερόμασταν, τριγυρνούσαμε, περιπλανιόμασταν ἀλάομαι/ηλάσκω gr
έλλαξενάλλαξε
ένοιενάνοιγε
έπιναμεπίναμε
ευλοημέναευλογημένα
εφτωχ̌είαςφτώχειας
ήντζι͜ανοποιοσδήποτε, όποιος / οποιονδήποτε, όποιον
θάματαθαύματα
κουρεμέναστημένα, τακτοποιημένα, οργανωμένα kurmak tr
μίανμια φορά
μουχαπέτ’κουβέντα, φιλική συνομιλία, συνεκδ. φιλική συνεστίαση (συνήθως μετά μουσικής) muhabbet/maḥabbet trae
μουχαπέτι͜ακουβέντες, φιλικές συνομιλίες, συνεκδ. φιλικές συνεστιάσεις (συνήθως μετά μουσικής) muhabbet/maḥabbet trae
νεότητανιότη, νιάτα
οσπίτι͜ασπίτια hospitium<hospes it
ούλ’όλοι
παιδίαπαιδιά
πϊάτεν(προστ.) πιείτε
’ποίν’ναμε(εποίν’ναμε) κάναμε, φτιάχναμε ποιέω-ῶ gr
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ρακία(πληθ.) αλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση φρούτων ή στεμφύλων φρούτων rakı/ˁaraḳī trae
στόλιατραπέζια стол ru
στύπαξινά, τουρσιά στυφός
τερούνκοιτούν
τοπλαεύ’μαζεύω/ει, συγκεντρώνω/ει toplamak tr
φουλιρίαφλουριά
χουγιαμέτι͜απολύς θόρυβος, φασαρίες μτφ. μεγάλη ποσότητα από κάτι kıyamet/ḳiyāmet tr
χωρίαχωριά
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αδάεδώ
ακείεκεί
απομέν’απομένει
ατόαυτό
ατώρατώρα
δουλείαδουλειά, εργασία
δουλείανδουλειά
είν’(για πληθ.) είναι
έκιτιέκφραση αναπόλησης που υποδηλώνει νοσταλγία για κάτι παρελθοντικό hey gidi tr
ελαίας(τα) ελιές, (τη) ελιάς
ελάσκουμ’νεςπεριφερόμασταν, τριγυρνούσαμε, περιπλανιόμασταν ἀλάομαι/ηλάσκω gr
έλλαξενάλλαξε
ένοιενάνοιγε
έπιναμεπίναμε
ευλοημέναευλογημένα
εφτωχ̌είαςφτώχειας
ήντζι͜ανοποιοσδήποτε, όποιος / οποιονδήποτε, όποιον
θάματαθαύματα
κουρεμέναστημένα, τακτοποιημένα, οργανωμένα kurmak tr
μίανμια φορά
μουχαπέτ’κουβέντα, φιλική συνομιλία, συνεκδ. φιλική συνεστίαση (συνήθως μετά μουσικής) muhabbet/maḥabbet trae
μουχαπέτι͜ακουβέντες, φιλικές συνομιλίες, συνεκδ. φιλικές συνεστιάσεις (συνήθως μετά μουσικής) muhabbet/maḥabbet trae
νεότητανιότη, νιάτα
οσπίτι͜ασπίτια hospitium<hospes it
ούλ’όλοι
παιδίαπαιδιά
πϊάτεν(προστ.) πιείτε
’ποίν’ναμε(εποίν’ναμε) κάναμε, φτιάχναμε ποιέω-ῶ gr
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ρακία(πληθ.) αλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση φρούτων ή στεμφύλων φρούτων rakı/ˁaraḳī trae
στόλιατραπέζια стол ru
στύπαξινά, τουρσιά στυφός
τερούνκοιτούν
τοπλαεύ’μαζεύω/ει, συγκεντρώνω/ει toplamak tr
φουλιρίαφλουριά
χουγιαμέτι͜απολύς θόρυβος, φασαρίες μτφ. μεγάλη ποσότητα από κάτι kıyamet/ḳiyāmet tr
χωρίαχωριά

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost