.
.
Ποντιακά

Τυρα̤ννίγουμες

Τυρα̤ννίγουμες
Τόσα χρόνα̤ για τ’ εσάς παιδεύκουμες
και ση ξενιτει͜άς τα πόρτας σιρινεύκουμες
Άλλο ’κ’ επορώ ν’ αντέχω, μάνα, σα μακρά,
τιδέν ’κι αγοράεται και με την παρά

Τυρα̤ννίουμες και για την παράν
και μακρά σην Αυστραλίαν
και σον Καναδάν

Έφαγαμε την ψ̌ην εμουν σα μακρά
να ’λέπομε έναν ημέραν σα γεράματα
Τα παιδία ’κ’ εγνωρίζ’νε με τη μουταράν
ντο εδέβαμε τα χρόνια αδά σα μακρά

Τυρα̤ννίουμες και για την παράν
και μακρά σην Αυστραλίαν
και σον Καναδάν

Τα τερμάνι͜α μουν εκόπανε, ν’ αϊλί!
Για τ’ εμάς ήμπα̤ν να πάμε μαύρον η ζωή
Όλα έντανε φωτίας και αψίματα,
’κ’ επορούμ’ να γιανασ̌εύομε τα χρήματα

Τυρα̤ννίουμες και για την παράν
και μακρά σην Αυστραλίαν
και σον Καναδάν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγοράεταιαγοράζεται
αδάεδώ
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αψίματαφωτιές
γιανασ̌εύομεπλησιάζουμε, πλευρίζουμε yanaşmak tr
εγνωρίζ’νεγνωρίζουν
εδέβαμε(για τόπο) περάσαμε, διασχίσαμε, (για χρόνο) περάσαμε διαβαίνω gr
εκόπανεκοπήκαν
εμουνμας
έντανεέγιναν
επορούμ’μπορούμε
επορώμπορώ
ήμπα̤νοπουδήποτε ἦν πη ἂν gr
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
’λέπομε(ελέπομε) βλέπουμε
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μουνμας
μουταράνπενιχρό μέσο, ψευτοδουλειά müdârâ ae
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
παιδεύκουμεςπαιδευόμαστε
παιδίαπαιδιά
παράλεφτά, το χρήμα para/pāre trir
παράνλεφτά, το χρήμα para/pāre trir
πόρτας(ονομ.πληθ.) πόρτες porta it
σιρινεύκουμεςσερνόμαστε κατά γης sürünmek tr
τερμάνι͜αθεραπείες, γιατρικά, μτφ. δυνάμεις, ψυχική αντοχή, ενέργεια, μτφ. παρηγοριά derman/darmān trir
τιδέντίποτα
τυρα̤ννίουμεςτυραννιόμαστε, ταλαιπωριόμαστε
φωτίας(γεν.ενικ.) φωτιάς, (ον.πληθ., τα) φωτιές
χρόνα̤χρόνια
ψ̌ηνψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγοράεταιαγοράζεται
αδάεδώ
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αψίματαφωτιές
γιανασ̌εύομεπλησιάζουμε, πλευρίζουμε yanaşmak tr
εγνωρίζ’νεγνωρίζουν
εδέβαμε(για τόπο) περάσαμε, διασχίσαμε, (για χρόνο) περάσαμε διαβαίνω gr
εκόπανεκοπήκαν
εμουνμας
έντανεέγιναν
επορούμ’μπορούμε
επορώμπορώ
ήμπα̤νοπουδήποτε ἦν πη ἂν gr
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
’λέπομε(ελέπομε) βλέπουμε
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μουνμας
μουταράνπενιχρό μέσο, ψευτοδουλειά müdârâ ae
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
παιδεύκουμεςπαιδευόμαστε
παιδίαπαιδιά
παράλεφτά, το χρήμα para/pāre trir
παράνλεφτά, το χρήμα para/pāre trir
πόρτας(ονομ.πληθ.) πόρτες porta it
σιρινεύκουμεςσερνόμαστε κατά γης sürünmek tr
τερμάνι͜αθεραπείες, γιατρικά, μτφ. δυνάμεις, ψυχική αντοχή, ενέργεια, μτφ. παρηγοριά derman/darmān trir
τιδέντίποτα
τυρα̤ννίουμεςτυραννιόμαστε, ταλαιπωριόμαστε
φωτίας(γεν.ενικ.) φωτιάς, (ον.πληθ., τα) φωτιές
χρόνα̤χρόνια
ψ̌ηνψυχή
Τυρα̤ννίγουμες

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost