.
.
Το αηδονόπον

Τα κόρδας ι-μ’ εζ̌αγκώθαν

Τα κόρδας ι-μ’ εζ̌αγκώθαν
Τα κόρδας ι-μ’ εζ̌αγκώθαν
’κ’ έχω άλλο τέλ’ [μανίτσα μ’]
Κι αν ποτίζ’νε με φαρμάκια
εγώ δίγ’ ατ’ς μέλ’ [μανίτσα μ’]

Σύρω το τοξάρ’ σα ζίλια
κι απάν’ σο γαπάν’ [μανίτσα μ’]
Και ν’ αϊλί καρίπ’ς π’ επέμ’νεν
σον κόσμον απάν’ [μανίτσα μ’]

Το τοξάρι μ’ πάει κι έρ’ται
μουρδουλίζ’ και λέει [μανίτσα μ’]
Λυριτσ̌ή, το κεμεντζ̌όπο σ’
ντ’ έπαθεν και κλαίει; [μανίτσα μ’]

Κεμεντζ̌όπο μ’, έ͜εις και γλώσσαν
ωτία π’ ακούν
Αφουκράσαι και γανεύ’ς ατ’ς
τ’ ανθρώπ’ς που πονούν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ανθρώπ’ςανθρώπους
απάν’πάνω
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
αφουκράσαιαφουγκράζεσαι
γανεύ’ςκαταλαβαίνεις
γαπάν’οι βαρύτονες (μπάσες) τονικότητες μουσικού οργάνου, το βαρύτονα κουρδισμένο (μπάσο) όργανο
δίγ’δίνω
έ͜ειςέχεις
εζ̌αγκώθαν(για χάλκινα και γεν. μεταλλικά σκεύη) σκούριασαν, μτφρ. αδυνάτισαν σωματικά, έγιναν ισχνά زنگ (zang) ir
επέμ’νεναπόμεινε
έρ’ταιέρχεται
ζίλιαοι ψιλές τονικότητες ενός μουσικού οργάνου
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καρίπ’ςξένος, μοναχικός, φτωχός, ανήμπορος / (αιτ. πληθ.) ξένους, μοναχικούς, φτωχούς, ανήμπορους garip/ġarīb trae
κεμεντζ̌όπο(υποκορ.) λύρα kemençe/kemānçe trir
κόρδαςχορδές
μανίτσαμανούλα
μέλ’μέλι
μουρδουλίζ’γρυλλίζει υπόκωφα, παράγει υπόκωφο ήχο
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ποτίζ’νεποτίζουν, δίνουν σε κπ να πιει
σύρωσέρνω, τραβώ, ρίχνω
τέλ’σύρμα, χορδή μουσικού οργάνου tel tr
τοξάρ’δοξάρι
ωτίααυτιά
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ανθρώπ’ςανθρώπους
απάν’πάνω
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
αφουκράσαιαφουγκράζεσαι
γανεύ’ςκαταλαβαίνεις
γαπάν’οι βαρύτονες (μπάσες) τονικότητες μουσικού οργάνου, το βαρύτονα κουρδισμένο (μπάσο) όργανο
δίγ’δίνω
έ͜ειςέχεις
εζ̌αγκώθαν(για χάλκινα και γεν. μεταλλικά σκεύη) σκούριασαν, μτφρ. αδυνάτισαν σωματικά, έγιναν ισχνά زنگ (zang) ir
επέμ’νεναπόμεινε
έρ’ταιέρχεται
ζίλιαοι ψιλές τονικότητες ενός μουσικού οργάνου
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καρίπ’ςξένος, μοναχικός, φτωχός, ανήμπορος / (αιτ. πληθ.) ξένους, μοναχικούς, φτωχούς, ανήμπορους garip/ġarīb trae
κεμεντζ̌όπο(υποκορ.) λύρα kemençe/kemānçe trir
κόρδαςχορδές
μανίτσαμανούλα
μέλ’μέλι
μουρδουλίζ’γρυλλίζει υπόκωφα, παράγει υπόκωφο ήχο
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ποτίζ’νεποτίζουν, δίνουν σε κπ να πιει
σύρωσέρνω, τραβώ, ρίχνω
τέλ’σύρμα, χορδή μουσικού οργάνου tel tr
τοξάρ’δοξάρι
ωτίααυτιά
Τα κόρδας ι-μ’ εζ̌αγκώθαν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost