.
.
Ψηλά κράτ’ τ’ όνομα σ’

Την κάλη μ’ είδα σ’ όρωμα μ’

Την κάλη μ’ είδα σ’ όρωμα μ’
Την κάλη μ’ είδα σ’ όρωμα μ’,
τσ̌ιτσ̌έκια φορτωμέντσα
Θαρρείς εχαμοπέτανεν,
έτονε χαρεμέντσα

Είπε με -ν- «Άλλο μη πονείς,
να είσαι χαρεμένος!
Αβούτ’ ο κόσμον αέτσ’ έν’
από Θεού πλασμένος»

Το πρόσωπον ατ’ς έλαμπεν,
αστρόπον φωταγμένον
Η φορεσία τ’ς πλουμιστόν,
τσ̌ιτσ̌έκ’ σκουντουλιγμένον

Είπε με -ν- «Άλλο μη πονείς,
να είσαι χαρεμένος!
Αβούτ’ ο κόσμον αέτσ’ έν’
από Θεού πλασμένος»

Εποίκα να σουμών’ ατεν,
εφάνθε με αγνέσσα
Σον ουρανόν επέταξεν,
ν’ αϊλί εμέν, εγνέφ’σα!

Είπε με -ν- «Άλλο μη πονείς,
να είσαι χαρεμένος!
Αβούτ’ ο κόσμον αέτσ’ έν’
από Θεού πλασμένος»
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αβούτ’αυτό/ή, αυτοί/ές/ά
αγνέσσααξιοθαύμαστη, περίεργη ἀγνώς (άγνωστος)<ἀ- + γιγνώσκω gr
αέτσ’έτσι
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αστρόποναστεράκι
ατεναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
εγνέφ’σαξύπνησα
έν’είναι
επέταξενπέταξε
εποίκαέκανα, έφτιαξα ποιέω-ῶ gr
έτονεήταν
εφάνθεφάνηκε
εχαμοπέτανενπετούσε από χαρά, αναγάλλιαζε
κάληη αγαπητή σύζυγος, η σύζυγος
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
όρωμαόνειρο
πλουμιστόνστολισμένο, διακοσμημένο με ζωγραφιές ή κεντήματα, πολύχρωμο pluma it
σκουντουλιγμένονευωδιασμένο, μοσχοβολιστό
σουμών’σιμώνει, πλησιάζει
τσ̌ιτσ̌έκ’άνθος, λουλούδι çiçek tr
τσ̌ιτσ̌έκιαάνθη, λουλούδια çiçek tr
φορεσίαφορεσιά, ένδυση
φορτωμέντσαφορτωμένη
φωταγμένονφωτισμένο, λαμπερό
χαρεμένοςχαρούμενος
χαρεμέντσαχαρούμενη
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αβούτ’αυτό/ή, αυτοί/ές/ά
αγνέσσααξιοθαύμαστη, περίεργη ἀγνώς (άγνωστος)<ἀ- + γιγνώσκω gr
αέτσ’έτσι
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
αστρόποναστεράκι
ατεναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
εγνέφ’σαξύπνησα
έν’είναι
επέταξενπέταξε
εποίκαέκανα, έφτιαξα ποιέω-ῶ gr
έτονεήταν
εφάνθεφάνηκε
εχαμοπέτανενπετούσε από χαρά, αναγάλλιαζε
κάληη αγαπητή σύζυγος, η σύζυγος
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
όρωμαόνειρο
πλουμιστόνστολισμένο, διακοσμημένο με ζωγραφιές ή κεντήματα, πολύχρωμο pluma it
σκουντουλιγμένονευωδιασμένο, μοσχοβολιστό
σουμών’σιμώνει, πλησιάζει
τσ̌ιτσ̌έκ’άνθος, λουλούδι çiçek tr
τσ̌ιτσ̌έκιαάνθη, λουλούδια çiçek tr
φορεσίαφορεσιά, ένδυση
φορτωμέντσαφορτωμένη
φωταγμένονφωτισμένο, λαμπερό
χαρεμένοςχαρούμενος
χαρεμέντσαχαρούμενη
Την κάλη μ’ είδα σ’ όρωμα μ’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost