.
.
Ας σ’ ουρανού το κρενίν

Αρνί μ’, θαμαντοπρόσωπον

Αρνί μ’, θαμαντοπρόσωπον
Αρνί μ’, θαμαντοπρόσωπον
γουρπάν’ σην εμορφία σ’!
Ισ̌μάρ’ ποίσον και έρχουμαι,
κονεύω απέσ’ σα ψ̌ήα σ’

Έμπρι͜α σ’ θα έρχουμαι, πουλί μ’,
και θέκω τα ονέρ’τα μ’
Αν θέλτς πάτ’ και τσ̌ουγνάεψον
τα υστερνά μ’ πα ας έρ’ταν

Ν’ αϊλί εμέν ντό έπαθα,
ο Θεόν να ελεά με!
’Κι αφήντς με να σουμώνω σε,
γιαβάς̌-γιαβάσ̌ι͜α χάμαι

Εχτέθα έναν ταπιέτ’
και μετ’ εσέν, κορτσόπον
Στοχ̌εύω για την απαντή σ’,
μικρόν ’κοδεσποινόπο μ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
απαντήπροϋπάντηση, συνάντηση
απέσ’μέσα
αφήντςαφήνεις
γιαβάς̌αργά yavaş tr
γιαβάσ̌ι͜ααργά yavaş tr
γουρπάν’θυσία kurban/ḳurbān trae
ελεάλυπάται, δείχνει ελεημοσύνη
εμορφίαομορφιά
έμπρι͜αμπροστά ἐμπρός gr
έρ’τανέρχονται
έρχουμαιέρχομαι
εχτέθααπόκτησα
θέκωθέτω, τοποθετώ, βάζω
θέλτςθέλεις
ισ̌μάρ’νεύμα, νόημα işmar/նշմար tram
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
’κοδεσποινόποοικοδέσποινα
κονεύωεγκαθίσταμαι, φωλιάζω, προσγειώνομαι (επί πτηνών) konmak tr
κορτσόπονκοριτσάκι
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ονέρ’ταόνειρα
παπάλι, επίσης, ακόμα
πάτ’(προστ.) πάτησε, πάτα
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ gr
σουμώνωσιμώνω, πλησιάζω, κοντεύω
στοχ̌εύωπαρατηρώ, προσέχω, επισημαίνω
ταπιέτ’συνήθεια, χαρακτηριστικό, ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου tabiat/ṭabīʿat trae
τσ̌ουγνάεψον(προστ.) καταπάτησε, τσαλαπάτησε, σύνθλιψε κάτι πατώντας το çiğnemek tr
υστερνάκατοπινά, τελευταία
χάμαιχάνομαι, μτφ. πεθαίνω
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
απαντήπροϋπάντηση, συνάντηση
απέσ’μέσα
αφήντςαφήνεις
γιαβάς̌αργά yavaş tr
γιαβάσ̌ι͜ααργά yavaş tr
γουρπάν’θυσία kurban/ḳurbān trae
ελεάλυπάται, δείχνει ελεημοσύνη
εμορφίαομορφιά
έμπρι͜αμπροστά ἐμπρός gr
έρ’τανέρχονται
έρχουμαιέρχομαι
εχτέθααπόκτησα
θέκωθέτω, τοποθετώ, βάζω
θέλτςθέλεις
ισ̌μάρ’νεύμα, νόημα işmar/նշմար tram
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
’κοδεσποινόποοικοδέσποινα
κονεύωεγκαθίσταμαι, φωλιάζω, προσγειώνομαι (επί πτηνών) konmak tr
κορτσόπονκοριτσάκι
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ονέρ’ταόνειρα
παπάλι, επίσης, ακόμα
πάτ’(προστ.) πάτησε, πάτα
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ gr
σουμώνωσιμώνω, πλησιάζω, κοντεύω
στοχ̌εύωπαρατηρώ, προσέχω, επισημαίνω
ταπιέτ’συνήθεια, χαρακτηριστικό, ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου tabiat/ṭabīʿat trae
τσ̌ουγνάεψον(προστ.) καταπάτησε, τσαλαπάτησε, σύνθλιψε κάτι πατώντας το çiğnemek tr
υστερνάκατοπινά, τελευταία
χάμαιχάνομαι, μτφ. πεθαίνω
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
Αρνί μ’, θαμαντοπρόσωπον

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost