.
.
Ηλιόβρεχ̌η

Η κόρ’ εμελιτώθεν

Η κόρ’ εμελιτώθεν
fullscreen
Φιλέματα, δαξίματα,
η κόρ’ εμελιτώθεν
Απόψ’ ους να εμέρωσεν
από σουμά μ’ ’κ’ εσ’κώθεν

Λελεύω, ποδεδίζ’ ατεν,
σ̌ορσ̌όταινα, φραντάλα
Μετ’ εμέν πάντα μασχαρεύ’
τσ̌εχέλαινα και λάλα

Αρ’ άμον τίζα εγρίβωσεν,
ση γούλα μ’ ετυλίεν
Ας ση σεβτάς το άψιμον
τσιλίδ’ έντον κι ελύεν

Λελεύω, ποδεδίζ’ ατεν,
σ̌ορσ̌όταινα, φραντάλα
Μετ’ εμέν πάντα μασχαρεύ’
τσ̌εχέλαινα και λάλα

Τα τσάμα̤ς ατ’ς εσταύρωσεν
ολόερα ση γούλα μ’
και το πισ̌κίλι μ’ έχπασεν
απάν’ ας σην κουκούλα μ’

Λελεύω, ποδεδίζ’ ατεν,
σ̌ορσ̌όταινα, φραντάλα
Μετ’ εμέν πάντα μασχαρεύ’
τσ̌εχέλαινα και λάλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
απάν’πάνω
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ατεναυτήν
ατ’ςαυτής, της
άψιμονφωτιά
γούλαλαιμός gula
δαξίματαδαγκώματα, δαγκωματιές
εγρίβωσενπροσκολλήθηκε, γαντζώθηκε αγριφώνω<agrafer<grappa
ελύενλύθηκε, έλιωσε
εμελιτώθενέγινε γλυκιά σαν μέλι
εμέρωσενξημέρωσε
έντονέγινε
εσ’κώθενσηκώθηκε
ετυλίεντυλίχθηκε
έχπασενξερίζωσε, ξεκόλλησε, αποκόλλησε ἐκσπάω
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
λάλαμωρή, ανόητη, τρελή
λελεύωχαίρομαι
μασχαρεύ’αστειεύεται, διακωμωδεί maskara/masḫara
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ολόεραολόγυρα
ουςως, μέχρι
πισ̌κίλιφούντα, θύσανος (φεσιού) püskül
ποδεδίζ’(ενεργ. και μέση) χαίρομαι/εσαι, απολαμβάνω/ει, προσκυνώ/άει από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
σεβτάςαγάπης, έρωτα sevda/sevdā
σ̌ορσ̌όταιναμυθικό πουλί
σουμάκοντά
τίζατσιμπούρι, το έντομο αλογόμυγα
τσάμα̤ςπλεξούδες
τσ̌εχέλαιναάπειρη, ανώριμη, άβγαλτη cehil/cehl
τσιλίδ’πυρωμένο κάρβουνο εστίας
φιλέματαφιλιά
φραντάλαγυναίκα πρόσχαρη, πληθωρική γυναίκα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
απάν’πάνω
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ατεναυτήν
ατ’ςαυτής, της
άψιμονφωτιά
γούλαλαιμός gula
δαξίματαδαγκώματα, δαγκωματιές
εγρίβωσενπροσκολλήθηκε, γαντζώθηκε αγριφώνω<agrafer<grappa
ελύενλύθηκε, έλιωσε
εμελιτώθενέγινε γλυκιά σαν μέλι
εμέρωσενξημέρωσε
έντονέγινε
εσ’κώθενσηκώθηκε
ετυλίεντυλίχθηκε
έχπασενξερίζωσε, ξεκόλλησε, αποκόλλησε ἐκσπάω
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
λάλαμωρή, ανόητη, τρελή
λελεύωχαίρομαι
μασχαρεύ’αστειεύεται, διακωμωδεί maskara/masḫara
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ολόεραολόγυρα
ουςως, μέχρι
πισ̌κίλιφούντα, θύσανος (φεσιού) püskül
ποδεδίζ’(ενεργ. και μέση) χαίρομαι/εσαι, απολαμβάνω/ει, προσκυνώ/άει από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
σεβτάςαγάπης, έρωτα sevda/sevdā
σ̌ορσ̌όταιναμυθικό πουλί
σουμάκοντά
τίζατσιμπούρι, το έντομο αλογόμυγα
τσάμα̤ςπλεξούδες
τσ̌εχέλαιναάπειρη, ανώριμη, άβγαλτη cehil/cehl
τσιλίδ’πυρωμένο κάρβουνο εστίας
φιλέματαφιλιά
φραντάλαγυναίκα πρόσχαρη, πληθωρική γυναίκα
Η κόρ’ εμελιτώθεν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost